Τρίτη, 28 Αυγούστου 2012

Ο χρόνος

Έχω δει τον χρόνο
να περνάει από μπροστά μου
με διάφορους τρόπους.
Το φύλλο που βλέπω
στο απέναντι δέντρο,
το έχω ξαναδεί '
με δροσοσταλίδες,
με ακτίνες ηλίου να του αλλάζουν το χρώμα,
με κίνηση,
με επιθυμία να παραμείνει εκεί.
Μα ο χρόνος, που του δίνει τη χαρά
να ζεί όλα αυτά,
πρέπει να είναι δίκαιος.
Και το φύλλο πέφτει,
για να γεννηθεί κάποιο άλλο.
Έτσι έμαθα και γώ να μετρώ
το χρόνο μακρυά σου.
Περνά ο χρόνος, κάθε που ακούω
τον ήχο του φύλλου που πέφτει...

Σάββατο, 18 Αυγούστου 2012

Faux bijoux


Ποιος σου είπε ότι το αλκοόλ σε ζαλίζει; Τα κίτρινα φώτα της πόλης απόψε με κάνουν να νιώθω πως έχει πανσέληνο.
Κάτω από αυτό το ατελείωτο φως παίζω με την σκιά μου. Ατελείωτη μαύρη ασχήμια… Απέναντι μου σαστισμένη’ να μην ξεκολλάει από πάνω μου. Σα πουτάνα από τον νταβατζίτη της.
Ξέρω να πουλάω έρωτα σαν το πιο ακριβό μαργαριτάρι του κόσμου. Μπορώ να σε πείσω πως το ψάρεψα από τα βάθη της αβύσσου. Θα το αγοράσεις, θα το κάνεις ακριβό κόσμημα και θα το φορέσεις.
Θα το αποκαλείς απομεινάρι μιας ανάμνησης, μιας μεγάλης αγάπης που έσβησε αλλά είναι πάντα εκεί.
Μια ζωή με ψέμα στολισμένο για να ομορφαίνει την πραγματικότητα. Ζηλεύω την περασμένη σου αγάπη και το ενθύμιο στο λαιμό σου. Σαν πουτάνα και γω που έχασα τον πιο πλούσιο πελάτη.
Που να ξέρω; Όσο πιο πολύ γαμήθηκες, τόσο πιο πολύ φθάρθηκες…
Που να ξέρω πως θα μαι και γω μια ακόμη σκοτεινή αχτίνα στη σκιά σου. Μια ακόμη πέρλα στο faux κόσμημά σου.

Τρίτη, 3 Ιουλίου 2012

Ο καθρέφτης


Επειδή πάντα είχα ένα φόβο με τα βλέμματα,
είδα τις ομορφιές της ζωής μέσα από έναν
καθρέφτη.
ο καθρέφτης να κοιτά κατάματα το παράθυρο
και γω, γυρισμένη την πλάτη σ' αυτό...

Πέμπτη, 28 Ιουνίου 2012

Ρετρό


Τί ωραίο όνειρο σκέφτομαι...!!!Περνούσα, λέει, μέσα από κάτι πόρτες και άλλαζα εποχές. Με ένα βήμα, βρισκόμουν σε σπίτι με λάμπα πετρελαίου ενώ το επόμενο πέρασμα με έφερνε πίσω στον ηλεκτρισμό και την μιζέρια της υπερβολικής έκθεσης στο φως...
Ήταν από τα όνειρα που δεν θυμάσαι το πρωί σαν σηκωθείς, μα τώρα εδώ που χαζεύω αυτό το κύριο απέναντι μου να βάζει δίσκους στο πικ-απ, μου ήρθε πως κάπως το είχα ονειρευτεί.
Βουλιάζω στον βελούδινο καναπέ του και τον χαζεύω να διαλέγει μουσική. Ευγενικά μας ρωτά για τις προτιμήσεις μας μα η αλήθεια είναι πως δεν έχει και τόσο σημασία. Τώρα απλά ανυπομονώ να ακούσω αυτό το χαρακτηριστικό ήχο που κάνει στην αρχή ο δίσκος πριν αρχίσει η μελωδία. Ένα γλυκό γραντζούνισμα.
Μας προσφέρει χαμομήλι με μέλι σε άσπρο πορσελάνινο φλυτζάνι. Τί αντίθεση που κάνει στο κατακόκκινο βελούδινο στρωμένο τραπεζομάντηλο! Λίγο πιο πέρα επιχρυσομένος καθρέφτης πάνω από ένα βαρύ καλολουστραρισμένο ξύλινο μπουφέ. Φωτογραφίες παντού. Μα μια είναι που κλέβει την προσοχή μου σε τακτά χρονικά διαστήματα σε όλη τη διάρκεια της επίσκεψής μου. Αψεγάδιαστο πρόσωπο, αριστοκρατική ομορφιά σε ασπρόμαυρη φωτογραφία ( όταν η εικόνα είναι τόσο δυνατή, τα χρώματα είναι πάντα περιττά).
- Η μάνα μου. Στην αρχή οι άνθρωποι είναι ωραίοι,μετά...,λέει. Και διακρίνω το συμβιβασμό αλλά και την αιώνια πάλη ενός αθρώπου που αγαπάει τη ζωή με το χρόνο.
Ένα κιτρινιασμένο άλμπουμ φωτογραφιών πάνω στο τραπέζι σου φωνάζει να προσέξεις το αρχοντικό σπίτι πρίν γίνει πολυκατοικία. Τώρα πια χρειάζεσαι ασανσέρ για να περάσεις το κατώφλι αυτού του σπιτιού μα πεισματικά κρατά κάτι από τα παλιά στο εσωτερικό του. Και ενώ νιώθω ακόμη ζεστό το χέρι μου από την σύντομη χειραψία μας, μια μελωδία από Claudio Villa, Casa mia του φέρνει δάκρυα στα μάτια καθώς μας μεταφράζει ένα στίχο στα ελληνικά.
‘Μην γκρεμίζετε αυτό το σπίτι,εκεί υπήρξε η μητέρα μου’. Και νιώθω ένα δέος μπροστά στον άνθρωπο που ζει από τις αναμνήσεις του και που τις μοιράζεται με μιαν αληθινή συγκίνηση.
Μια ευγένεια ψυχής και μια καρδιά μικρού παιδιού μου κάνει πιο κατανοητή την ανάγκη του και την προσκολλησή του στο παρελθόν. Μα ας κοιτάξω λίγο πιο καλά γύρω μου...
Το σπίτι γεμάτο από φωνές νέων και όνειρα που τα μοιράζονται μαζί του. Και αυτός εκεί, συμμετέχει, συμμερίζεται, ενθουσιάζεται σαν να ήτανε δικά του.
Ξάφνου, ένας αδερφός θορυβώδης και αλλιώτικος μπαίνει στο σπίτι. Προβληματίζομαι σχετικά με το πως μπορεί να είναι αδέρφια. Μα η κίνηση του να χαιρετήσει πρώτα τη ‘δεσποινίς’, μου απομακρύνει κάθε αμφιβολία. Δεν μιλάω πολύ...Παρατηρώ τα πάντα.
‘’Μια ελιά και ένα κρεμμύδι
Βάσανα που έχει η αγάπη μας...’’ λέει και γελάει δυνατά κάνοντας αισθητή την παρουσία του.
 Χαμογελάω κρυφά, σκεπτόμενη πως θα μπορούσε κάποιος να τον χαρακτηρίσει ‘’λα’ι’κό’’ άνθρωπο σε σχέση με τον σπουδασμένο αριστοκρατικό αδερφό του. Μα εγώ σκέφτομαι πως είναι αυτός ο άνρωπος που φωνάζει την γυναίκα του ‘Κυρά’ μα της ανοίγει την πόρτα για να μπει στο αυτοκίνητο...
Πρέπει να φύγω, να ανοίξω την πόρτα και να βρεθώ ξανά στην μιζέρια του υπερβολικού φωτός. Φώτα, αυτοκίνητα, φασαρία για το τίποτα. Θα αρνηθώ το ασανσέρ και θα κατέβω με τις σκάλες...όπως έγινε και όταν ανέβηκα.

Mankey (http://www.mankey.eu/)

Τετάρτη, 27 Ιουνίου 2012

Το κύμα

Κύμα ταξιδεύει πάνω στο μπλε
και από που ξεκίνησε και που θα καταλήξει;
Αυτή η δύναμη που κινεί τα πάντα
φυλακισμένη στον ίδιο της τον εαυτό.
Εκεί που λες πως έφτασε στο τέλος,
εκεί που το κύμα γίνεται ένα με την άμμο
καθώς της ξερνάει όλη την δύναμη
από το ταξίδι του'
γυρνά πάλι πίσω...
Και πού πάει;
Από που ήρθε;
Τί το γέννησε που δεν το αφήνει να πεθάνει;
Τα κύματα, ατέλειωτα ταξίδια...

Ο κήπος


Μια ασταμάτητη επιθυμία μελαγχολίας
Ομορφαίνει την ψευδαίσθηση ευτυχίας.
Τα ομορφότερα λουλούδια έχουν κάτι από μωβ.
Κυκλάμινα και  τουλίπες φύτεψα
Στον κήπο μας.
Ο θάνατος υπάρχει και στα πιο ζωντανά πράγματα
Μα τίποτα δεν τελειώνει πραγματικά.
Τα λουλούδια μου με τα λιγοστά πέταλα τους
Γεμίζουν τα βάζα μου κάθε πρωί.
Η κουζίνα ζωντανεύει έστω και από το λιγοστό φως.
Μου λες να μην αφήνω τα λουλούδια το βράδυ
Μέσα στο δωμάτιο.
Ξεριζώνω τον κήπο μας.
Αφαιρώ  το περιτύλιγμά μας
και μένουν κάτι πεινασμένα σκουλήκια στον κήπο.
Με ρωτάς που πήγαν τα λουλούδια
Γιατί μόνο τότε πρόσεξες το άδειο δωμάτιο
Την άσχημη κουζίνα
Και την δυστυχία μας.

Τετάρτη, 23 Μαΐου 2012

Και ο μπαμπάς;;;

Αναγνωρίζω την φωνή σου, την μυρωδιά σου. Είσαι η μαμά μου που αντέχει όλους τους πόνους εκτός από τον πόνο να με βλέπει να πονάω.
Είσαι η μαμά μου γιατί ''μαμά'' είναι η πρώτη λέξη που μαθαίνω να λέω. Είσαι το κέντρο του κόσμου μου γιατί για σένα είμαι απλά όλος ο κόσμος. Η κοιλιά σου ήταν το πρώτο, το πιο ζεστό μου σπίτι.
Σου φέρνω λουλούδια και είσαι η αγκαλιά που θα αναζητώ πάντα όσο και να μεγαλώσω...
Ανησυχείς αν χαίρομαι, τρομάζεις αν λυπάμαι. Θες να μεγαλώσω, να γίνω κάτι, κάτι μεγάλο...Μου μιλάς για τον κόσμο και θα θελες πολύ να μπορούσα να τον δω μέσα από έναν απόρθητο παράδεισο που έφτιαξες εσύ για μένα.
Είσαι η μάνα και σε λένε ''πράγμα ιερό''!
Και ο μπαμπάς;;;
Είναι αυτός που του δόθηκε το δώρο να σε κρατάει αγκαλιά και να αναρωτιέται αν θα τον θυμάσαι αύριο από την μυρωδιά του. Η αγωνία του  να δείξει πως είσαι και εσύ κάτι από αυτόν τον κάνει να σε κρατάει στα χέρια του και να αλλάζει μορφή. Να γαληνεύει μαζί σου, να γίνεται παιδί. Δεν σου δωσε το πρώτο σου σπίτι μα έφτιαξε το ομορφότερο για να δεις πως μπορεί ένας άντρας να λατρέψει την μάνα που του χάρισε μια κόρη. Είναι αυτός ο αδικήμένος που θα μπορούσες να αμφιβάλλεις για την αγάπη του γιατί δεν σε γέννησε. Αλλά ο μπαμπάς θα είναι πάντα ο πρώτος άντρας που σε αγάπησε και αγάπησες...

Στους Δ., Μ.
Να σας ζήσει...

Κυριακή, 20 Μαΐου 2012

«Απογευματινό Τσάι»

                                                                                                             Photo by Arty


«Απογευματινό Τσάι»
«Απ’ όλα μπορείς να σωθείς εκτός απ’ τη νοσταλγία σου για κάτι πολύ μακρινό που δεν το θυμάσαι»


Απόσπασμα από το «Μικρό Βιβλίο για Μεγάλα Όνειρα» του Τάσου Λειβαδίτη. 


Η ανάσα


Ακούω τον ήχο που κάνει το νερό στο κορμί μου καθώς βουλιάζω.
Τί απαλά και άερινα που φαίνονται τα μαλλία μου εδω μέσα.
και το χρώμα μου άσπρο κάτω απο το νερο το φωτισμένο.
προσπαθώ να μείνω μέσα μα αυτό με ξερνάει.
δεν με θέλει,δεν με αντέχει.
ούτε εγώ...
ξαναβουτώ.
βάζω δύναμη στα πόδια' αυτη τη φορά βαραινουν...
μένω περισσότερο.
κάθε φορά όλο και πιο πολύ...
τώρα πια τα κατάφερα!
είμαι εκεί στον πάτο των πάντων.
στον πάτο του κόσμου.
καμιά προσπάθεια για ανάσα,για ζωή!
όλα πια εδώ γυρίζουν γύρω σου όμορφα.
χωρίς προσπάθεια για ανάσα...

Η προίκα


Οι φόβοι σαν λέξεις
Γλυκές από νανούρισμα’
Μου δωσε η μάνα μου
Για προίκα.
Ντροπή και ύβρις
Σαν πήγα μακρυά
Να τους πετάξω.
Όλη μου τη ζωή
Στο προσκεφάλι μου
Μου κένταγαν τραγούδια
Για μιαν αγάπη που πεθαίνει
Και μια ευτυχία λαβωμένη.
Οι φόβοι σαν λέξεις
Γλυκές από νανούρισμα
Μου δωσε η μάνα μου για προίκα,
Που η γιαγιά μου
 με κόπο μάζευε
για χρόνια...

Το ελάχιστο φως


Στο σκοτάδι, το φως σου μοιάζει
Σαν μια μικρή πυγολαμπίδα.
Και η ελπίδα σου τόσο έμορφα καμουφλαρισμένη.
Στην χαοτική ομορφιά και πλάνη των σκέψεων
Ενός ερωτευμένου, στηρίζεις την ευτυχία σου.
Σαν να ακουμπάς μια σταγόνα νερό
Σε διψασμένο λουλούδι.
Πόσες φορές έχεις μετρήσει τ’  αστέρια
Και πόσες ευχές έχεις σκορπίσει;
Στο σκοτάδι, το φως σου μοιάζει
Σαν μια μικρή πυγολαμπίδα.
Και η αγάπη σου τόσο έμορφα δοσμένη.
Μα είμαι διψασμένη’
Το φως μιας πυγολαμπίδας δεν φτάνει
 να μας σώσει.

Παρασκευή, 6 Απριλίου 2012

Ξημέρωμα

Ξημέρωσα πάνω σ'ενα σύννεφο
Και πέφτω, πέφτω και νιώθω
την ταλάντωση του σώματος μου πάνω σε γκρί μάζα.
Πέφτω και είμαι εκεί να βλέπεις
πως ταράζεις την ησυχία του χάους.
Τελειωμό δεν έχει το προς τα κάτω
μα κάτω δεν υπάρχει.
Σύννεφα παντού, σύννεφα γοργά.
Ο ήχος εδώ χρειάζεται μάτια να τον δεις.
Με βλέπεις που ουρλιάζω;
Τελειωμό δεν έχει το προς τα κάτω
μα κάτω δεν υπάρχει.
Άσε τις όμορφες κινήσεις, δεν μπορείς
να με πιάσεις, να με φτάσεις.
Μόνο κοίτα να μου ζωγραφίσεις τον ήχο της σωφροσύνης
τώρα που βλέπω την τρέλα να μου φωνάζει.

Δευτέρα, 26 Μαρτίου 2012

Τα πρώτα βήματα

Τὸ ξέρω πὼς καθένας μοναχὸς πορεύεται στὸν ἔρωτα, μοναχὸς στὴ δόξα καὶ στὸ θάνατο. Τὸ ξέρω. Τὸ δοκίμασα. Δὲν ὠφελεῖ. Ἄφησέ με νἄρθω μαζί σου. (Γιάννης Ρίτσος, Η Σονάτα του Σεληνόφωτος)

Σου απλώνω το χέρι σαν παιδί που τώρα μαθαίνει να περπατάει. Δεν φτάνει η παλάμη μου να τυλίξει όλο σου το χέρι, αλλά σφίγγω με όλη μου την δύναμη τα δυο σου δάχτυλα. Σε κοιτάω, σου χαμογελάω και σου λέω: ‘’Έλα, μην φοβάσαι, με κρατάς αρκετά καλά, μα και να πέσω δεν πειράζει, μέχρι τώρα ήξερα καλά να περπατώ στα γόνατα.’’
Μα εσύ συνεχίζεις και φοβάσαι όμως εγώ θέλω να τρέξω, να τραβήξω και σένα. Να πέσω και να με σηκώσεις, να ξαναπιάσω το χέρι σου με την σιγουριά της πρώτης φοράς.
Περπατάω τώρα πια’ δεν είναι απαραίτητο το χέρι σου, μα μου λείπει η μυρωδιά του, η αίσθηση πως είσαι εκεί. Τρέχω, τρέχω μα προς τα πού;
Να σε βρω, προσπαθώ σε πρόσωπα, μουσικές και χρώματα. Κι έτσι μόνη μου πορεύομαι, να σε φαντάζομαι, να σε ερωτεύομαι. Σε πλάθω στο μυαλό μου και σε κάνω προορισμό.
Τόσα κορμιά, τόσες μυρωδιές μα πάντα να μοιάζεις κάτι μακρινό.  Αρχίζω να κάνω βήματα πίσω, να σηκώνω τα χέρια ψηλά μήπως και με δεις, μήπως γνωρίσεις αυτά τα χέρια που γέμιζες με φιλιά την χούφτα τους.
Σε βρίσκω ακριβώς στο σημείο που σε άφησα. Σε ρώτησα γιατί δεν ήρθες μαζί μου; Ήθελες να τρέξεις και γω ήθελα να σε δω να περπατάς αργά δίπλα μου, μου λες και γυρνάς το βλέμμα.
Στον έρωτα ο καθένας μόνος του πορεύεται… με τον δικό του ρυθμό, βηματισμό και προορισμό…