Πέμπτη, 26 Ιανουαρίου 2012

Το τρίτο μάτι

Κάθε πρωί που σηκώνομαι από το κρεβάτι, ξέρω πως πρέπει να υπακούσω στο τρίτο μάτι.
Ξάγρυπνος καντηλανάφτης κατάντησα και τούτη η κατάντια μου δίνει νόημα στη ζωή. Παραμερίζω την κουρτίνα του παραθύρου μου για να σιγουρευτώ πως με βλέπει καλά. Έπειτα, φοράω τα καλά μου -πάντα μαύρα- και βαδίζω προς το νεκροταφείο. Εκεί ανάβω άλλα δύο καντήλια που επικοινωνούν με το κεντρικό καντήλι του σπιτιού.
Όχι πως έχει σημασία για τους νεκρούς, αλλά το τρίτο μάτι αυτό έχει διατάξει.
Δεν ξέρω πια αν αγαπώ αυτό το σώμα, δεν ξέρω αν πρέπει να νιώθω οποιαδήποτε ευχαρίστηση. Νομίζω απαγορεύεται σαν κοινό μουστικό.
Στο σπίτι έχω απλώσει μια μεγάλη σιωπή που την ονομάζω μοναξιά, απ' την άλλη, το τρίτο μάτι, ηθική.
Δεν παραπονιέμαι. Ξέρω κάθε μέρα τι πρέπει να κάνω και τι ώρα. Ποτέ δεν αλλάζω την σειρά των πραγμάτων. Η παραβίαση αυτού σημαίνει ανεμελειά, την οποία έχω ήδη πουλήσει.
Το μόνο που διεκδίκησα ήταν η άρνηση του νυφικού μου κρεβατιού. Το καντήλι του άντρα μου αναμμένο' και γω βρίσκω την δύναμη να πω πως είμαι μόνη, άρα χωρώ σε μονό κρεβάτι.
Έτσι, κάθε πρωί, θα ξυπνώ και θα ανοίγω καλά την κουρτίνα να σιγουρευτώ πως το τρίτο μάτι είναι εκεί άρα εγώ συνεχίζω και ζω...

Πέμπτη, 19 Ιανουαρίου 2012

Πες μου κάτι γλυκό...



Άλλοτε βαδίζω αρμονικά μαζί του και άλλοτε παλεύω μέσα μου να εναρμονιστώ με την ασυμβίβαστη πλευρά του. Είναι πρωινά που βλέπω το πρόσωπο μου, ομορφότερο από ποτέ. Μα είναι και κάτι βράδια, που μια σκιά ορθώνεται μπροστά στα μάτια μου.
 Ασχημαίνω με την ακατάπαυστη ανάγκη μου να σε κρατήσω εκεί, δικό μου, μόνο δικό μου. Αυτή η μορφή του έρωτα, η μορφή της κτητικότητας με ζαλίζει, με θολώνει που και που. Σα μανιασμένο ποτάμι τρέχω προς τη θάλασσα. Αν και ξέρω που θα με βγάλει η μανία μου, τρέχω ασταμάτητα, με όλη μου τη δύναμη και την οργή να βγώ στη θάλασσα. Σαν είσαι ήρεμος, με καλοδέχεσαι σα μωρό που ψάχνει την μυρωδιά της μάνας του για να ησυχάσει. Σαν όμως έχεις κείνες τις φουρτουνιασμένες μέρες, βάζεις τα βράχια σου μπροστά και γώ γίνομαι νικημένη δύναμη που σαν καταράχτης πέφτει μέσα σου.
Όταν όμως γίνουμε ένα, δε μπορώ να δω τίποτα άλλο πέραν από σένα και εμένα. Και φαντάζει ο κόσμος μικρός και ασήμαντος. Ο βυθός σου ατέλειωτος και η θάλασσά σου παρθενικά ταξιδευμένη από μένα.
 Αλλοτινά καράβια που πέρασαν τα βύθισες μα οι Σειρήνες έμειναν να μου τραγουδούν κάποια βράδια με γεμάτο φεγγάρι. Και γίνεται τότε η ζάλη μου, μιαν ασταμάτητη καταιγίδα από φόβους και σκοτάδια. Αλλάζουν τα μάτια μου και δεν τα γνωρίζεις, αλλάζουν τα μάτια μου και δεν σε βλέπω πια. Δεν βλέπω παρα μόνο μια κραυγή αγωνίας να έχει σώμα και φωνή, να μου γεμίζει κάθε μου κύτταρο με την σιγουριά της απώλειας. Αυτή η πλευρά του έρωτα, ο φόβος μην σε χάσω, γίνεται αρρώστεια που κυλά στις φλέβες μου και αυξάνεται με κάθε χτύπο της καρδιάς. Και κει που νιώθω για ακόμη ένα βράδυ πως  θα νικηθώ, βρίσκω το αντίδοτο στο δηλητήριο...
-Πες μου κάτι γλυκό...
Και τότε οι λέξεις σου γίνονται βάλσαμο, γίνονται υποσχέσεις και συμβόλαιο μαζί. Οι λέξεις σου διώχνουν τις σκιές και φέρνουν πάλι το φως. Και είναι οι λέξεις σου όπως όλες οι λέξεις των ανθρώπων. Μα σε τούτο το δωμάτιο το ταβάνι γίνεται απέραντος ουρανός και η φωνή σου προσευχή και διαταγή μαζί προς τη μοίρα. Σαν ερωτευμένη σε πιστεύω και σ'ακολουθώ, σαν ερωτευμένος με παίρνεις μαζί σου με την σιγουριά πως μπορείς να με σηκώσεις αν χρειαστεί.
Γιατί η άλλη πλευρά του έρωτα, είναι να πονάς για να δεχθείς μετά το βάλσαμο. Να πιστεύεις στα απίστευτα για να τα κάνεις πιστευτά. Να πιστεύεις σε όνειρα για να ξεγελάς την πραγματικότητα...


Παρασκευή, 6 Ιανουαρίου 2012

Λίμνη Τριχωνίδα, Δεκέμβριος 2011


Η κόρη


Απ την στιγμή που γεννήθηκα,ήμουν η σημαντική.
Ημουν η φυσιολογική κόρη μιας τρελής.
Ημουν η δυνατή που επέζησα
όταν μηνών ακόμα η μάνα μου μου έχωνε
μια φέτα ψωμι βουτηγμένη σε γάλα
μέσα στο στόμα.
Κουράστηκα όμως εκεί πάνω...μόνη...
Λέω να κατέβω απόψε,να κοιμηθω στην αγκαλιά της.
Να βρώ ξανά το δρόμο προς την κοιλιά της.

Κάτω από πρίσμα χρυσό

Σαν κοιταζόμαστε
Στρωσίδια χιονιού λαμπιρίζουν
Κάτω από τον ήλιο που ζυγώνει

Παράθυρα ανοίγουν τις αγκάλες τους
Πέρα ως πέρα στο δρόμο της καλοσύνης
Ανοίγουν χέρια και πουλιά
Ανοίγουν οι μέρες ανοίγουν οι νύχτες
Και τα αστέρια των χρόνων των παιδικών
Στις τέσσερις γωνιές του απέραντου ουρανού

Σαν κοιταζόμαστε
Ο φόβος εξαφανίζεται το φαρμάκι
Χάνεται στο λεπτό δροσερό χορτάρι

Οι βάτοι μέσα στους νεκρούς ναούς
Αδράχνουν από τον ριζωμένο ίσκιο
Τους φλογερούς κόκκινους και μαύρους καρπούς τους
Το κρασί της αφρισμένης γης
Πνίγει τις μέλισσες καταμεσής στο πέταγμά τους
Και οι χωρικοί θυμούνται
Τις χρονιές με τις καλύτερες σοδειές

Σαν κοιταζόμαστε
Η απόσταση κόβει τις φλέβες της
Το κύμα αγγίζει όλες τις ακτές

Τα λοντάρια, οι λαφίνες, τα περιστέρια
Τρέμοντας από αέρι καθαρό κοιτούνε που γεννιέται
Ο όμοιός τους σαν φθινόπωρο
Και η πληθωρική γυναίκα μάνα
Δίνει στη λαγνεία ζωή
Ο κόσμος αλλάζει χρώμα
Γέννα εναλλάσεται με απουσία

Σαν κοιταζόμαστε
Οι τοίχοι φλέγονται από παλιά ζωή
Οι τοίχοι φλέγονται από ζωή καινούρια

Έξω της φύσης το κρεβάτι
Είναι στρωμένο με αθωότητα
Δειλινός ο ουρανός λούζει
Την περίλυπη και χαμογελαστή
Μορφή σου της μελωδού
Ολοένα και γυμνότερη σκλάβα και βασίλισσα
Μιας αδιάλειπτης φυλλωσιάς

Σαν κοιταζόμαστε
Εσύ η ολόφεγγη εγώ ο σκοτεινός
Η όραση είναι παντού πνοή και πόθος

Δημιουργούν το πρώτο το όνειρο το στερνό




Πωλ Έλυαρ (1895-1952), 'Τελευταία ποιήματα του έρωτα'