Κυριακή, 16 Φεβρουαρίου 2014

Έλλειψη φωτός




Στο σκοτάδι, το φως του δωματίου μοιάζει

Σαν μια μικρή πυγολαμπίδα.

Και η ελπίδα σου τόσο έμορφα καμουφλαρισμένη.

Στην χαοτική ομορφιά και πλάνη των σκέψεων

Ενός ερωτευμένου, στηρίζεις την ευτυχία σου.

Σαν να ακουμπάς μια σταγόνα νερό

Σε διψασμένο λουλούδι.

Πόσες φορές έχεις μετρήσει τ’  αστέρια

Και πόσες ευχές έχεις σκορπίσει;

Στο σκοτάδι, το φως του δωματίου μοιάζει

Σαν μια μικρή πυγολαμπίδα.

Και η αγάπη σου τόσο έμορφα δοσμένη.

Μα είμαι διψασμένη’

Το φως μιας πυγολαμπίδας δεν φτάνει

 να μας σώσει.

Σάββατο, 15 Φεβρουαρίου 2014

Ένα διαφορετικό τριαντάφυλλο



 
 
Μια φορά και έναν καιρό,μέσα σ’ένα μεγάλο κήπο με κατακόκκινα τριαντάφυλλα,υπήρχε ένα που ήταν διαφορετικό απ’όλα τα άλλα.Αυτό που το έκανε διαφορετικό, ήταν πως δεν είχε καθόλου αγκάθια.Έτσι τα υπόλοιπα τριαντάφυλλα του κήπου το κορόιδευαν.



-Χα, χα, οι κάμπιες θα φάνε όλα τα φύλλα σου αφού δεν έχεις αγκάθια να προστατευτείς.

Ακόμα και τα μπουμπούκια που δεν είχαν γίνει ακόμα μεγάλα τριαντάφυλλα του φώναζαν:

-Πόσο αδύναμο μοιάζεις. Τα αγκάθια είναι η πανοπλία μας και εσύ μοιάζεις τόσο ανυπεράσπιστο.

Το τριαντάφυλλο έμοιαζε μόνο και θλιμμένο που δεν ήταν σαν τους άλλους.

Η αλήθεια είναι όμως πως κάθε κίνδυνος που θα μπορούσε να υπάρξει για το τριαντάφυλλο,εξαφανιζόταν με μιας.Η καλύτερη του φίλη ήταν μια κάμπια που φυσικά δεν του έτρωγε τα φύλλα,γιατί την άφηνε να ανεβαίνει μέχρι την κορυφή του για να μπορεί κι αυτή να βλέπει τον κήπο από ψηλά.



Το τριαντάφυλλο είχε κάνει πολλούς φίλους.Οι δροσοσταλίδες έκαναν τσουλίθρα πάνω του χωρίς να φοβούνται μήπως πέσουν πάνω σε κανένα αγκάθι.Όλοι το λάτρευαν το τριαντάφυλλο μέσα στον κήπο,εκτός από τα άλλα τριαντάφυλλα του κήπου,που μάλλον το ζήλευαν.

Ένα βράδυ,λοιπόν,πριν κοιμηθεί το τριαντάφυλλο επειδή δεν άντεχε πια την περιφρόνυση των άλλων λουλουδιών,ευχήθηκε να ξυπνήσει με αγκάθια.Το ευχήθηκε με τόση δύναμη που το επόμενο πρωί,ξύπνησε με αγκάθια σε όλο του τον κορμό.



Χάρηκε τόσο πολύ γι αυτό!Μα δυστυχώς η χαρά του δεν κράτησε για πολύ.

-Καλημέρα,ομορφό μου τριαντάφυλλο,λέει η κάμπια.Άσε με να ανέβω πάνω σου!

-Ανέβα,λέει το τριαντάφυλλο ,μόνο που έβγαλα αγκάθια.

-Έβγαλες αγκάθια;Μα γιατί;Κρίμα γιατί τότε δεν θα μπορέσω ποτέ ξανά να δώ τον κήπο από ψηλά.

Έτσι σιγά σιγά έχασε όλους τους παλιούς του φίλους.

Και τα άλλα τριαντάφυλλα σταμάτησαν να το κοροϊδεύουν,όχι γιατί ήταν πιο όμορφο με τα αγκάθια αλλά γιατί τώρα πια έμοιαζε με όλα τα άλλα τριαντάφυλλα του κήπου και δεν μπορούσαν να καταλάβουν ποιο είναι το τριαντάφυλλο που κορόιδευαν πριν.

Μια μέρα λέει ένα τριαντάφυλλο σε ένα άλλο:

-Τελικά το τριαντάφυλλο που δεν είχε αγκάθια το έβαλε στα πόδια,δεν άντεξε άλλο εδώ,έφυγε.

Μα το τριαντάφυλλο μας ήταν εκεί,δεν έφυγε ποτέ...

Είχε μετανιώσει που ευχήθηκε να αλλάξει.Δεν είχε καταλάβει πως του του είχε δοθεί ένα δώρο.Νόμιζε πως το σημαντικό είναι να μην ξεχωρίζει.

Ο χειμώνας ήρθε και τα ροδοπέταλα του τριαντάφυλλου χάθηκαν όλα.

Ας ευχηθούμε πως την άνοιξη που θα ξυπνήσει ξανά και θα ανθίσει,να μην έχει αγκάθια.Μα κι αν έχει,να βρει αυτό που το κάνει διαφορετικό για να μπορούν να το ξεχωρίζουν τα άλλα τριαντάφυλλα του κήπου.








Τρίτη, 4 Φεβρουαρίου 2014

Tango





Τραβάω τις κουρτίνες
Και αφήνω τους ήχους του πιάνου
Να με φέρουν κοντά σου.
Το παρκέ τρίζει
Ο ήχος του σαν κραυγή
Καθώς πλησιάζω.
Παύση. Σιωπή.
Ψύχρα από το μαύρο πιάνο,
Κρύα χέρια με πετούν στο πάτωμα
Και με τα μαλλιά μου
Σκουπίζω τη σκόνη του.
Όλα μαρτυρούν μια απουσία.
Και –νομίζω- έχω στ’αυτιά μου
Μια μελωδία από τανγκό.
Τίποτα δεν λέει να ζεσταθεί.
Σηκώνομαι, ανοίγω τις κουρτίνες,
Νύχτα, φεγγάρι μισό.
Γυμνή μπροστά σ’ένα παράθυρο.
Φεύγεις...
Το παρκέ δεν τρίζει μα η πόρτα που κλέινεις
Μου τρυπάει τ’αυτιά.
Παγωνιά, ψυχρό ασημί χρώμα ντύνει
Το γυμνό κορμί μου.
Έχεις ήδη φύγει.
Καμιά μελωδία, καμία απουσία, κανένα χρώμα.
Μια μελωδία συνεχίζει και παίζει.
Χορεύω να ζεστάνω το πάτωμα,το σπίτι,τη νύχτα.
Θα ρθείς;