Κυριακή, 25 Οκτωβρίου 2015

Short stories for long days




Κατηφορίζαμε προς την θάλασσα. Σαν γλάροι που πετούν πάνω απ' τα πλοία, εκμεταλλευτήκαμε τον αέρα και νιώσαμε τα πρόσωπά μας να παγώνουν σε μια έκφραση χαμόγελου. Καθίσαμε σ' ένα πεζούλι ( ή ήταν το τέλος της ασφάλτου, δεν θυμάμαι) γιατί σπάνια συναντάς χαραγμένα παγκάκια στις παραλίες. Όσα στήθηκαν, φαγώθηκαν απ' την αλμύρα και τα μακρινά όνειρα ανθρώπων που φοβήθηκαν τα πλοία.

Το πρωινό αυτό δεν θυμάμαι αν ήταν συννεφιασμένο ή ηλιόλουστο. Το κρύο, που είχε παγώσει τις εκφράσεις μας το έκανε σίγουρα χειμωνιάτικο.

-Ήρθαμε στη θάλασσα και συ κοιτάς τον ουρανό; είπες.
-Δεν ενώνονται; απάντησα.

Θυμάμαι τις γραμμές που άφηναν πίσω τους τα αεροπλάνα και ζήλευα την σιγουριά της γραμμής τους που φώναζε ''εκεί θα πάω''!

Εσύ συνέχιζες να κοιτάς τα πλοία που αχνοφαίνονταν στην μπλε γραμμή της θάλασσας.

-Αν δεν είσαι σε λιμάνι, αναρωτιέσαι που πάνε τα πλοία; σκέφτηκα και θύμωσα που μπόρεσες να με τραβήξεις απ' την θέαση τ' ουρανού. Ήρθα για λίγο στη θάλασσα μαζί σου. Μα δεν μπόρεσα να καταλάβω τι χάζευες στα πλοία. Το μόνο που ζήλεψα είναι η διάρκεια που σου χαρίζουν να τα κοιτάς. Τ' αεροπλάνα εξαφανίζονται γρήγορα. Στα πλοία κουβαλάς πράγματα της ζωής που είχες πριν ταξιδέψεις. Στο αεροπλάνο παίρνεις ότι μπορεί να κρατηθεί απ' το τώρα.

Ενώ κάνω αυτές τις σκέψεις που ντρέπομαι να σου πω, βάζεις το χέρι σου πάνω στο πόδι μου μ' ένα άγγιγμα απ' αυτά που σου λένε: ''Θυμάσαι; κάποτε υπήρξαμε ερωτευμένοι.''

Σιωπηλοί, εκεί στην άκρη της ασφάλτου (ή πάνω στο πεζούλι, δεν θυμάμαι) κοίταζα ευθεία τον ορίζοντα ενώ τα μάτια μας ταξίδευαν εμπρός και παράλληλα. Το χέρι σου έκανε τις γραμμές μας να τέμνονται...

Ξύπνησα μέσα στα σκεπάσματα μόνη να ψάχνω τα γυαλιά μου. Ο ήλιος ευτυχώς χτυπούσε το παράθυρο και έτσι τα βρήκα με ευκολία. Όταν βλέπεις ένα όνειρο, η αίσθηση που σου αφήνει δεν αποτυπώνεται στο αγουροξυπνημένο πρόσωπό σου. Είχα καιρό να σ' ονειρευτώ και σκέφτηκα πως έτσι συμβαίνει όταν σταματάς να φοβάσαι την απουσία κάποιου. Απουσιάζεις και σε φέρνω μπροστά μου όπως ακριβώς υπάρχεις μέσα μου. Παραιτήθηκα απ' τις αισθήσεις και την έλλειψη σου. Κι έτσι αποφάσισες και συ σιγά σιγά να έρχεσαι.

Κυριακή πρωί. Αρπάζω ένα βιβλίο του Πεσσόα περί ανησυχίας, φοράω το ζεστό μου παλτό και κάθομαι σ' ένα καφέ. Κάθομαι ακριβώς απέναντι απ' το μέρος που σε είδα πρώτη φορά να περνάς, πριν ακόμα κάνουμε τις γραμμές μας να τέμνονται.

Ο σερβιτόρος μου λέει καλημέρα και με ρωτά τι θα πάρω.

Θα θελα ξανά εκείνη την αίσθηση που υπήρχες χωρίς να σε γνωρίζω, που περπατούσες και σκόνταφτες πάνω μου δίχως το άγγιγμά σου να μαρτυρά πως κάποτε υπήρξαμε ερωτευμένοι.


Οι μεγάλες σε διάρκεια μέρες, μιλούν για μικρές ιστορίες. Για ιστορίες που δεν πρόφτασαν κι έτσι παλεύουν τις νύχτες να μπουν σε κάποιο όνειρο.


Δευτέρα, 28 Σεπτεμβρίου 2015

Εις άτοπον απαγωγή



Μ' αρέσουν οι άνθρωποι που τα βράδια πλαγιάζουν
μ'ένα βιβλίο ή μια σκέψη.

Μ'αρέσουν οι άνθρωποι που ανασαίνουν βαθειά
κάτω απ' τον ίσκιο ένος δέντρου ή με το μελτέμι της θάλασσας.

Μ'αρέσουν οι άνθρωποι που οι μελωδίες
είναι αναμνήσεις και οι στίχοι
ανείπωτα λόγια για ένα ηλιοβασίλεμα.

Μ'αρέσουν οι άνθρωποι που βλέπουν
όλα τα πρωινά ίδια μ'αυτό που ονειρεύτηκαν
πριν κοιμηθούν.

Μ'αρέσουν οι άνθρωποι που είτε με ήλιο είτε με φεγγάρι,
είτε με άπνοια ή καταιγίδα
θα ερωτεύονταν τον ίδιο άνθρωπο.

Μ'αρέσουν οι άνθρωποι που μοιράστηκαν
ένα στίχο απ' αυτούς εδώ.

Άρα οι άνθρωποι αυτοί, υπάρχουν.-

Τρίτη, 15 Σεπτεμβρίου 2015

Τέλος εποχής





Η παραδοχή ήρθε μέρα. Τα μάτια κλειστά, χωρίς όνειρα τα βράδια, σταμάτησαν το κάλεσμά σου και ο χρόνος πάγωνε με φεγγάρι.

Τις μεγαλύτερες αλήθειες, τις είδα μέρα. Ν’αγαπάς ξανά και ξανά το ηλιοβασίλεμα σε μια αγκαλιά οικεία. Τόσο οικεία που η αγάπη μου για σένα έγινε σύννεφο σε σχήματα ακατάστατα χωρίς συγκεκριμένη μορφή. Τα μάτια σου κοιτούσαν ουρανό και γω σου έστελνα λίγο απ’ το πορτοκαλί μου. Απραξία εδώ. Κλειστά παράθυρα. Ακινησία.

Το πρωί που ξύπνησα με την σιγουριά πως έχεις φύγει, πάτησα στα πόδια μου και έκανα όλα τα βήματα αργά και σίγουρα. Κατέβηκα στην θάλασσα, όχι για να θαυμάσω τα κύματα, αλλά για να μου χαιδέψει το νερό λίγο τα πόδια. Εκεί που σκάει το κύμα είναι η ομορφιά· στο πήγαινε-έλα των κυμάτων, στην ταραχή των χαλικιών.

Ξημερώνει πια κάθε μέρα με τον ίδιο σκοπό για ζωή. Με χαμόγελα και δάκρυα μεγάλωσε ο κόσμος. Ο έρωτας υπήρξε η μικρή τολμηρή ιστορίων όλων αυτών που παραμένουν παιδιά. Τσακίζω και υπογραμμίζω ακόμα τους στίχους που θα σου λεγα. Σιγοτραγουδώ για μιαν αγάπη παραμύθι.

Αυτό είπα. Παραμύθι, αδύνατο να μην πιστέψεις σαν στο ψιθυρίζει πρίγκηπας. Μα η παραδοχή ήρθε μέρα. Τα είδα όλα ξύπνια, με μάτια ορθάνοιχτα.

Μικρέ μου πρίγκηπα, είναι ο χρόνος που χάρισες στο τριαντάφυλλο που το κάνει σημαντικό.

Στα όνειρα δεν επιτρέπεσαι. Ούτε στους εφιάλτες. Είναι δημιουργήματα του μυαλού. Σου χω χαρίσει όμως μια θέση στην καρδιά, μια μεριά της που ματώνει ακόμη.

Κι όταν κλείσει μια πληγή, θα μείνει ένα σημάδι. Με το σημάδι αυτό θα ξεχωρίζω στο πλήθος, θα με ξεχωρίζεις απ' το πλήθος. Ποιος είπε πως τα παραμύθια έχουν αίσιο τέλος;

Η βόλτα στη θάλασσα μου έκανε καλό. Είδα την ένωση τ’ ουρανού με τη θάλασσα, το χάσιμο του ορίζοντα, το άπειρο να συμβαίνει μπροστά στα μάτια μου και να ζωγραφίζεται στο χέρι μου.


Τι ευχή να σου στείλω με τον αέρα και τα σύννεφα;
     Ν’ακούς την αγάπη απ’ το δικό σου πλανήτη με το δικό σου τριαντάφυλλο. Να εξημερώσεις τους φόβους και να πιστέψεις στα θαύματα. Και όλα αυτά να τα δεις μέρα, με φως και μάτια ανοιχτά.

Βήματα αργά και σίγουρα κάνω τώρα προς το σπίτι. Το βράδυ δεν υπάρχει, παγώνει ο χρόνος με φεγγάρι. Οι μέρες κυλούν με τις πιο ομιλητικές σιωπές ενώ το φθινόπωρο πλησιάζει. . . 

Παρασκευή, 14 Αυγούστου 2015

Πρωινό φεγγάρι




Μεσημέρι, καταμεσήμερο περπατάω στην Ακαδημίας έχοντας μουσική στ’αυτιά μου από μια ξεχασμένη playlist στο mp3. Είχε ξεμείνει από ένα καλοκαίρι με φίλες στην Πάργα. Τζιτζίκια, ελιές, άμμος, νερό αλάτι. Λίγα λείπουν, ξέρεις, από αυτό το μεσημέρι και από κείνα στην Πάργα.

Περπατάω, έχω ιδρώσει, ο ήλιος καίει τα μαλλιά μου ενώ τα κάνει να φαίνονται πιο φωτεινά. Και ενώ δεν φυσά,εγώ νιώθω την φούστα να μου χαϊδεύει τα πόδια. Μάλλον είναι η κίνηση από το γρήγορο περπάτημα.

Σου τα γράφω όλα αυτά και εύχομαι να ήταν βράδυ για να μπορέσω να δικαιολογήσω τα δάκρυα που ανεβαίνουν στα μάτια μου ενώ δεν υπάρχει τίποτα το μελαγχολικό εδώ γύρω. Κίτρινα φώτα, έρημη Αθήνα, καλοκαιρινό βράδυ στην άδεια πόλη θα μπορούσε να δικαιολογήσει όλη αυτή τη συναισθηματική φόρτιση. Αλλά είναι απλά μεσημέρι, η πόλη τρελαίνεται από τα πάνω κάτω τον ανθρώπων, η θάλασσα μοιάζει μακρυά αλλά όλοι δείχνουν σαν να μην τους νοιάζει.

Συνεχίζω και περπατάω, σαν να μην ξέρω που πάω για να έχω αυτή την ψευδαίσθηση της ελευθερίας. Αλλά όταν περπατάς γρήγορα, σίγουρα ξέρεις που πας και σίγουρα βιάζεσαι να φτάσεις. Αλλά μου ξεγλιστρά κάθε τόσο ο προορισμός αυτό το καλοκαίρι. Κι όλο λέω, θέλω εκεί να πάω, μια απότομη στροφή και η καθυστέρηση είναι αναπόφευκτη. Λάθος στενό, λάθος δρόμος, μεγαλώνει η απόσταση. Ένα φως στην άκρη του δρόμου μοιάζει με φεγγάρι. Βγαίνει το φεγγάρι μεσημέρι και λάμπει τόσο; Μια πινακίδα που χόρτασε ήλιο τώρα τον ξερνά και λάμπει ολόκληρη. Προς τα κει θα πάω. Θα πάω να βρω το φως που γίνεται πιο δυνατό κι από τον ήλιο. Παιχνίδια των ματιών μου θα έλεγες. Έχεις δίκιο. Φοράω τα γυαλιά ηλίου μου και η πινακίδα δεν λάμπει πια. Μα εγώ πίστεψα πως κάποτε ήταν φεγγάρι και αυτή είναι όλη η ουσία.

Αρχίζω να επιβραδύνω, να κάνω τα βήματα μου πιο μικρά και πιο αργά. Αρχίζουν τώρα οι άνθρωποι να με προσέχουν και να πέφτουν πάνω μου με μανία. Αλλά η δική μου δύναμη δεν είναι πια τόσο μεγάλη και ταρακουνιέμαι μόνο από το δικό τους ξάφνιασμα. Αν περπατούσαμε μαζί, θα πήγαινα μπροστά και όταν θα θελα να σε βρω, θα σταματούσα, θα γύριζα το κεφάλι και θα περίμενα να 'ρθεις με το δικό σου ρυθμό. Ποτέ δεν συντονιστήκαμε, αλλά αυτό το κατάλαβα από την πρώτη μέρα που σε γνώρισα. Έπιασε βροχή και δεν άλλαξες ποτέ το βήμα σου. Εγώ μια έτρεχα, μια σε περίμενα και έκανε το αποτέλεσμα ίδιο. Να μην καταφέρω ποτέ να σε φιλήσω κάτω απ την βροχή.

Να ήταν βράδυ ήθελα, να δικαιολογήσω πως το να σου μιλώ ενώ δεν είσαι εδώ, δεν είναι τρέλα, δεν είναι νοσταλγία ενός ερωτευμένου κάτω από τ’ αστέρια. 

Το λάθος στενό που πήρα, δεν έχει τελειώσει ακόμα. Τα πόδια μου άρχισαν να καίνε από τις άτσαλα βαλμένες πέτρες του πλακόστρωτου και λέω να γυρίσω. Μεγάλη η ήττα να φτάνεις, να βλέπεις από ψηλά την Αθήνα, να μην είσαι εκεί να γείρω στον ώμο σου και να σου φωνάξω: ΄΄Μείνε΄΄.
Όλη αυτή η απελπισία αγάπη μου μέσα στο μεσημέρι μοιάζει παρανοϊκή για όσους δεν αγάπησαν στις πιο ακατάλληλες συνθήκες. Όλος αυτός ο έρωτας θα γίνει πιστευτός μόνο όταν δεις τις πληγές των ποδιών μου, τα πρησμένα μάτια μου και την επιμονή να σταματάω, ν’ αρχίζω μέχρι να συντονιστούμε. Είτε λίγο πιο μπροστά, είτε λίγο πιο πίσω πάντα θα σου φωνάζω ΄΄Μείνε΄΄. Οι επιλογές μας ξεπροβάλλουν σιγά σιγά μέσα από σιωπές, φώτα και λάθος ανθρώπους. Είτε μείνεις είτε φύγεις. . .

Είδα την Αθήνα από ψηλά, γέλασα από την ψυχή μου ένα βράδυ που μεθύσαμε μαζί, χόρεψα μέσα σου, έγινες το πρώτο μου καλημέρα και το τελευταίο καληνύχτα σε μια μέρα, σ’αγκάλιασα και με σήκωσες. Σου είπα σ’αγαπώ και με πίστεψες.

Μια ξεχασμένη playlist μα τόση ώρα μόνο μια μελωδία ακούω. Θα ρθει μέρα που ξαπλωμένοι θα σου μιλώ για αυτή τη βόλτα στο κέντρο, Αύγουστο μήνα και η μελωδία θα παίζει για σένα. Και μόνο τότε θα έχουμε συντονιστεί. . .




Παρασκευή, 24 Ιουλίου 2015

Καφέ ΄΄Τρίγωνο΄΄





   Μεσημέρι, κάτω από τον Αττικό ουρανό, η μόνη γλώσσα που καταλαβαίνω απ' όλους αυτούς που φλυαρούν γύρω μου -είναι η γλώσσα των τζιτζικιών.
  Μόνο οι λάτρεις και οι εργάτες του καλοκαιριού τελικά σωπαίνουν σαν με βλέπουν να παίρνω μολύβι και χαρτί.
   Ένα κατακίτρινο χρυσάνθεμο δίπλα απ' τον καφέ μου -τάχα περήφανο- νομίζει πως γλίτωσε από την συντροφιά των νεκρών. Βέβαια, το πιο περήφανο δέντρο που βρήκε την θέση του στην καμπύλη της ζωής και του θανάτου είναι το κυπαρίσσι. Και ενώ σκέφτομαι πως να ταιριάξω το χρυσάνθεμο, τις ελιές και την σκιά τους σε μια φωτογραφία για να στην κάνω καρτ- ποστάλ, φυσάει ένα αεράκι και λέω όλα είναι περιττά. Αν συνεχίσει να φυσάει έτσι, όλα αυτά θα φτάσουν σε σένα.
   
     Μα γιατί να φτάσουν; Τ' αναζήτησες;
    
    Κρίμα που δεν σε έχω εδώ απέναντί μου, σ' αυτή την κίτρινη καρέκλα, ν'ακουμπώ τα χέρια μου στο μαρμάρινο τραπέζι και η δροσιά του να βγαίνει στο φιλί που τεντώνομαι να σου δώσω. Και δεν λυπάμαι που δεν είσαι εδώ, λυπάμαι που μου κλέβεις την ελπίδα να περιμένω.
    Να! Και τα τζιτζίκια αρχίζουν ξανά για να καλύψουν το βουητό της απελπισίας, τον ήχο των δακρύων που γεννιούνται απ' τον αναστεναγμό.
    Νεκροί, ζωντανοί, ερωτευμένοι, απογοητευμένοι όλοι κάποτε υπήρξαμε άνθρωποι -πριν τη στιγμή που γεννήθηκε η πίστη ή η απιστία στο απρόσμενο.
    Και ενώ το πεζοδρόμιο βγάζει φλόγες και ζεσταίνει τα πόδια μου, εγώ ακόμη σκέφτομαι αυτό το βράχο που μισός πνίγεται στην άβυσσο και μισός καίγεται απ' τον ήλιο. Και κατάλαβα πως πάντα θα παρατηρώ αυτό το κομμάτι της αβύσσου, το σκοτεινό που μπορεί να κρύβει και θαλάσσια αστέρια.
    Γιατί αγαπημένε μου, στο φως σκορπάν οι άνθρωποι την ομορφιά τους και το πιο όμορφο χαμόγελό τους. Αλλά εγώ ψάχνω ν' αγαπήσω τους εφιάλτες της αβύσσου, να ξαπλώσω μαζί τους για να βρω τις πυγολαμπίδες της θάλασσας. Να πεθάνω εκεί που το νερό θα κυματίζει πάντα τα ίσια μαλλιά μου. Μόνο έτσι θα μπορώ να ελπίζω πως μέσα από σένα είδα αυτό που δεν τόλμησαν άλλοι.


Δευτέρα, 13 Ιουλίου 2015

Στραγγαλίζω τις λέξεις μου να γίνουν εικόνες σου


Και ενώ σε κοιτάω στα μάτια,
κάθε τόσο αναζητώ τα χέρια σου
που 'ναι γεμάτα πληγές απ' ότι άγγιξες μ'αγάπη.

Ύστερα το λακκάκι στην άκρη του λαιμού σου,
χαϊδεύω που και που με το χέρι μου
για να στεγνώσω τα δάκρυα που ξαποσταίνουν εκεί.

Τα μάτια σου, μου μαθαίνουν τον κόσμο
που εσύ ξέρεις καλύτερα
γι' αυτό και συχνά τα κρατάς κλειστά.

Κορίτσι και όχι γυναίκα,
σαν πρώτη φορά κοκκινίζουν τα χείλη μου,
στέκομαι μπροστά σ' αυτό το σώμα.

-Πώς ανοίγει αυτή η πόρτα;

Να ξεγελάσω το χρόνο δεν μπορώ
μα αν μ'ακουμπήσεις,
κρύβω στα χέρια μου βότανα μαγικά.

Να δούμε πως όταν ενώνονται οι πληγές,
το τρεχούμενο αίμα θα φτιάξει ένα αστέρι
για Μας.


Κυριακή, 21 Ιουνίου 2015

Fin-Landia





                                                                                   B.S.O. Los Amantes del Círculo Polar(Alberto Iglesias).



Κάθε που έρχεσαι
αφήνεις πίσω σου την μυρωδιά της Άνοιξης,
τις σιωπηλές νύχτες των ονείρων,
την μοναξιά της Σελήνης,
τα χαμόγελα των ξένοιαστων καλοκαιριών...
Μόνο εσένα δεν αφήνεις.

- Το φως ενός αστεριού που έχει ήδη πεθάνει
ενώ εγώ το βλέπω ακόμη να φωτίζει. -


Παρασκευή, 19 Ιουνίου 2015

Προκαθορισμένη πορεία





Ο χρόνος ορίστηκε από το τέλος του.
Το χρώμα των ματιών σου από το φως που έπεφτε πάνω τους.
Η απελπισία από την παρατεταμένη κραυγή του τρένου στο σταθμό.
Είναι η ώρα. Ήρθε η ώρα.
Οι δείχτες θα συνεχίζουν να πηγαίνουν μπροστά με τον ίδιο ρυθμό, την ίδια ταχύτητα.
Προκαθορισμένη πορεία ανθρώπων και ονείρων.



Παρασκευή, 29 Μαΐου 2015

Ο Kλόουν





Πως τρέμουν οι άνθρωποι
καθώς  τραβούν βίαια
ο ένας το χέρι μακριά απ’ του άλλου.

Οι σκιές από χαμόγελα φωτίζουν
τις πιο σκοτεινές μας στιγμές.

Μουσικές, ήχοι κλειδιών
σε πόρτες που τρίζουν για λίγο
κι έπειτα κλείνουν.

Ό,τι ακούμπησες έχει μείνει τώρα
βαλσαμωμένο
με τα μάτια ανοιχτά και λαμπερά
στην σημαντικότερη στιγμή της ύπαρξής του.

Μοιάζει η ζωή μου
ο πιο λυπημένος κλόουν
ξεγυμνωμένος απ’ τα φώτα και τα χρώματα.
Κι ένα παιδί στέκει τώρα απέναντί του και θυμάται πως
ένα βράδυ είχε μπορέσει να ψελλίσει:

΄΄. . . Η ευτυχία δεν ζωγραφίζεται
κι η δυστυχία δεν δανείζεται. . .΄΄


Πέμπτη, 14 Μαΐου 2015

Stardust



Σκόνη αστεριών θόλωσαν τα μάτια σου, το πρωί που ξυπνήσαμε πλάι πλάι στο κρεβάτι του σύμπαντος.
Αιωρούμαστε και ξεφεύγουμε από πεφταστέρια και ευχές.
Τώρα γίνεσαι και συ η ευχή μιας καρδιάς που χτυπά στο ρυθμό του σύμπαντος, εναρμονίζεται με το χάος και βουτάει στο άπειρο.
Η ζωγραφιά στο χέρι μου, είναι η πυξίδα.
Κοίτα πως αιωρούμαστε αγαπημένοι στο πουθενά. Μην περιμένεις να έρθει κάτι.Ο ήχος του αέρα και η φωτιά του ήλιου φτιάχνουν το ωραιότερο τραγούδι για μας.
Υπάρχεις σημαίνει σε νιώθω. Αφέσου και πέσε, δεν υπάρχει τέλος.
Ο μεγαλύτερος φόβος, η μεγαλύτερη δυστυχία είναι να μην νιώσεις ποτέ αυτή την αιώρηση. Αυτό το κούνημα της ζωής από αέρα και ανθρώπους.
Οι ώρες δεν είναι χρόνος. Έχουμε άπειρο χρόνο, μην τρομάζεις. Η βαρύτητα είναι με το μέρος μας.
Εδώ στο κρεβάτι του σύμπαντος κοιτάζω τα μάτια σου.
Ξυπνάμε μαζί ενώ οι στιγμές μας καταπίνουν, μας σχηματίζουν.
Καλημέρα σου λέω και σβήνουν τ' άστρα για να φωτίσει ο ήλιος.
- Να καούμε!
Δεν υπάρχει τέλος εδώ στην άκρη του σύμπαντος.



Παρασκευή, 17 Απριλίου 2015

Δι(εκδικώντας)


                                                                                           photo: A.Σ

. . . Και αποφεύγω τους καθρέφτες
γιατί μέσα κρύβονται βλέμματα άδεια
και γεμάτα από αγάπη· πιο επικίνδυνα.
Μαζί με το είδωλο μου έρχονται κι άλλοι
από χρόνια ξεχασμένοι και ζητούν
την εκδίκηση του ανεκπλήρωτου και του λησμονημένου. 




Κυριακή, 5 Απριλίου 2015

Kenya



Καθώς ανεβαίνουν οι ψυχές, μην ξέροντας γιατί,
σύννεφα αργοπορημένων και ανεκπλήρωτων ονείρων
θα γίνουν απόψε οι εφιάλτες μας.
Μύρισε αίμα και θυσία στο βωμό του παράφρονου
και η τρέλα αυτή αγγίζει το λουλούδι στο βάζο σου.
Ποιος γλύτωσε από το μίσος και την απελπισία;
Θα φυσήξει κατα δω.
Η κτηνωδία της τίγρης μόνο συγχωρείται.
Κοιμήσου.


Κυριακή, 29 Μαρτίου 2015

Η σημασία του Κυριακάτικου πρωινού







 
Η αγωνία της να μην βραχεί η άκρη του άσπρου φουστανιού, απασχολούσε πια περισσότερο το μυαλό της. Περπατούσε αργά, βουλιάζοντας τις πατούσες της στην άμμο. Ενώ ήθελε πολύ η φιγούρα της να μοιάζει σε γυναίκα μελαγχολική και μοναχική, η όλη εμμονή με το φουστάνι, χαλούσε την όλη ατμόσφαιρα.
Η γροθιά της σφιχτή. Είχε μαζέψει μέσα της όσο πιο πολύ ύφασμα μπορούσε. Το φουστάνι. Το άσπρο φουστάνι.
Περπάτησε για περίπου μισή ώρα και μετά σκέφτηκε πως ήταν η στιγμή να φύγει. Κανείς δεν την έβλεπε και είχε ήδη σκοτεινιάσει αρκετά.
Ζήλεψε κάτι φωνές κοριτσιών που έρχονταν από μακριά. Μάλλον έκαναν νυχτερινό μπάνιο και ενώ αυτή φοβάται και τον ίσκιο της στο νερό. Σκεφτόταν πως ποτέ δεν θα μπορούσε να ευχαριστηθεί ένα νυχτερινό μπάνιο και ν’ αντέξει να κολυμπήσει τόσο βαθειά που να μην βλέπει τον πυθμένα της θάλασσας.
Η Μυρτώ, η κοπέλα με το άσπρο φουστάνι, αγαπούσε τα ποιήματα αλλά φοβόταν τους ποιητές. Αγαπούσε τα ταξίδια μα φοβόταν τ’ αεροπλάνα. Οι στίχοι της θύμιζαν τον λυρισμό ενός απελπισμένου εραστή που ερωτεύονταν απλά για ν’ απελπίζεται και να γράφει.
Στο δρόμο για το σπίτι ένιωσε το χέρι της να μουδιάζει μα δεν σκέφτηκε ούτε στιγμή ν’ αφήσει το φουστάνι. Καθώς περπατούσε της φάνηκε πως μύρισε το άρωμά του. Αναστέναξε και είπε:
‘’ Να γράψω κάτι γι αυτό, για την δύναμη της μνήμης, για την δύναμη της μνήμης να θυμάται κάτι άυλο που ξυπνά το σώμα μόνο με την σκέψη.
Στο σπίτι, δεν ξάπλωσε μέχρι να τακτοποιήσει τα βιβλία στο κομοδίνο της, να πλύνει τα πιάτα και να στρώσει το κρεβάτι πριν να χωθεί στο πάπλωμά της. Όλα σε τάξη· τουλάχιστον εξωτερικά.
Το πρωί, χτενίζοντας τα μαλλιά της σκέφτηκε πως ο ζεστός καφές την Κυριακή το πρωί είναι η ευτυχία και η ελπίδα της απελπισίας των ανθρώπων που κοιμήθηκαν μόνοι το Σάββατο.
Σάββατο βράδυ, το προηγούμενο βράδυ, τα σεντόνια κρύα, η μια μεριά του κρεβατιού άδεια, στίχοι ελπιδοφόροι και απελπισμένοι. Σάββατο βράδυ, όπως και κάθε βράδυ η Μυρτώ κλείνει τα μάτια και εύχεται. . .
Ν’ αφήσει το άσπρο φουστάνι, να μεθύσει σ’ ένα αεροπλάνο, ν αγαπήσει και να δει πως πετάει μακριά της ενώ χαμογελά ένας ποιητής, να βουτήξει στα βαθειά.
Η Μυρτώ εύχεται μα δεν πιστεύει αρκετά. Κλείνει τα μάτια και ονειρεύεται την ώρα του πρωινού Κυριακάτικου καφέ. Ξυπνά και το φλιτζάνι καίει τα χείλη της. Δεν είναι αυτό το πρώτο νεύμα στην ελευθερία;