Παρασκευή, 14 Αυγούστου 2015

Πρωινό φεγγάρι




Μεσημέρι, καταμεσήμερο περπατάω στην Ακαδημίας έχοντας μουσική στ’αυτιά μου από μια ξεχασμένη playlist στο mp3. Είχε ξεμείνει από ένα καλοκαίρι με φίλες στην Πάργα. Τζιτζίκια, ελιές, άμμος, νερό αλάτι. Λίγα λείπουν, ξέρεις, από αυτό το μεσημέρι και από κείνα στην Πάργα.

Περπατάω, έχω ιδρώσει, ο ήλιος καίει τα μαλλιά μου ενώ τα κάνει να φαίνονται πιο φωτεινά. Και ενώ δεν φυσά,εγώ νιώθω την φούστα να μου χαϊδεύει τα πόδια. Μάλλον είναι η κίνηση από το γρήγορο περπάτημα.

Σου τα γράφω όλα αυτά και εύχομαι να ήταν βράδυ για να μπορέσω να δικαιολογήσω τα δάκρυα που ανεβαίνουν στα μάτια μου ενώ δεν υπάρχει τίποτα το μελαγχολικό εδώ γύρω. Κίτρινα φώτα, έρημη Αθήνα, καλοκαιρινό βράδυ στην άδεια πόλη θα μπορούσε να δικαιολογήσει όλη αυτή τη συναισθηματική φόρτιση. Αλλά είναι απλά μεσημέρι, η πόλη τρελαίνεται από τα πάνω κάτω τον ανθρώπων, η θάλασσα μοιάζει μακρυά αλλά όλοι δείχνουν σαν να μην τους νοιάζει.

Συνεχίζω και περπατάω, σαν να μην ξέρω που πάω για να έχω αυτή την ψευδαίσθηση της ελευθερίας. Αλλά όταν περπατάς γρήγορα, σίγουρα ξέρεις που πας και σίγουρα βιάζεσαι να φτάσεις. Αλλά μου ξεγλιστρά κάθε τόσο ο προορισμός αυτό το καλοκαίρι. Κι όλο λέω, θέλω εκεί να πάω, μια απότομη στροφή και η καθυστέρηση είναι αναπόφευκτη. Λάθος στενό, λάθος δρόμος, μεγαλώνει η απόσταση. Ένα φως στην άκρη του δρόμου μοιάζει με φεγγάρι. Βγαίνει το φεγγάρι μεσημέρι και λάμπει τόσο; Μια πινακίδα που χόρτασε ήλιο τώρα τον ξερνά και λάμπει ολόκληρη. Προς τα κει θα πάω. Θα πάω να βρω το φως που γίνεται πιο δυνατό κι από τον ήλιο. Παιχνίδια των ματιών μου θα έλεγες. Έχεις δίκιο. Φοράω τα γυαλιά ηλίου μου και η πινακίδα δεν λάμπει πια. Μα εγώ πίστεψα πως κάποτε ήταν φεγγάρι και αυτή είναι όλη η ουσία.

Αρχίζω να επιβραδύνω, να κάνω τα βήματα μου πιο μικρά και πιο αργά. Αρχίζουν τώρα οι άνθρωποι να με προσέχουν και να πέφτουν πάνω μου με μανία. Αλλά η δική μου δύναμη δεν είναι πια τόσο μεγάλη και ταρακουνιέμαι μόνο από το δικό τους ξάφνιασμα. Αν περπατούσαμε μαζί, θα πήγαινα μπροστά και όταν θα θελα να σε βρω, θα σταματούσα, θα γύριζα το κεφάλι και θα περίμενα να 'ρθεις με το δικό σου ρυθμό. Ποτέ δεν συντονιστήκαμε, αλλά αυτό το κατάλαβα από την πρώτη μέρα που σε γνώρισα. Έπιασε βροχή και δεν άλλαξες ποτέ το βήμα σου. Εγώ μια έτρεχα, μια σε περίμενα και έκανε το αποτέλεσμα ίδιο. Να μην καταφέρω ποτέ να σε φιλήσω κάτω απ την βροχή.

Να ήταν βράδυ ήθελα, να δικαιολογήσω πως το να σου μιλώ ενώ δεν είσαι εδώ, δεν είναι τρέλα, δεν είναι νοσταλγία ενός ερωτευμένου κάτω από τ’ αστέρια. 

Το λάθος στενό που πήρα, δεν έχει τελειώσει ακόμα. Τα πόδια μου άρχισαν να καίνε από τις άτσαλα βαλμένες πέτρες του πλακόστρωτου και λέω να γυρίσω. Μεγάλη η ήττα να φτάνεις, να βλέπεις από ψηλά την Αθήνα, να μην είσαι εκεί να γείρω στον ώμο σου και να σου φωνάξω: ΄΄Μείνε΄΄.
Όλη αυτή η απελπισία αγάπη μου μέσα στο μεσημέρι μοιάζει παρανοϊκή για όσους δεν αγάπησαν στις πιο ακατάλληλες συνθήκες. Όλος αυτός ο έρωτας θα γίνει πιστευτός μόνο όταν δεις τις πληγές των ποδιών μου, τα πρησμένα μάτια μου και την επιμονή να σταματάω, ν’ αρχίζω μέχρι να συντονιστούμε. Είτε λίγο πιο μπροστά, είτε λίγο πιο πίσω πάντα θα σου φωνάζω ΄΄Μείνε΄΄. Οι επιλογές μας ξεπροβάλλουν σιγά σιγά μέσα από σιωπές, φώτα και λάθος ανθρώπους. Είτε μείνεις είτε φύγεις. . .

Είδα την Αθήνα από ψηλά, γέλασα από την ψυχή μου ένα βράδυ που μεθύσαμε μαζί, χόρεψα μέσα σου, έγινες το πρώτο μου καλημέρα και το τελευταίο καληνύχτα σε μια μέρα, σ’αγκάλιασα και με σήκωσες. Σου είπα σ’αγαπώ και με πίστεψες.

Μια ξεχασμένη playlist μα τόση ώρα μόνο μια μελωδία ακούω. Θα ρθει μέρα που ξαπλωμένοι θα σου μιλώ για αυτή τη βόλτα στο κέντρο, Αύγουστο μήνα και η μελωδία θα παίζει για σένα. Και μόνο τότε θα έχουμε συντονιστεί. . .