Κυριακή, 25 Οκτωβρίου 2015

Short stories for long days




Κατηφορίζαμε προς την θάλασσα. Σαν γλάροι που πετούν πάνω απ' τα πλοία, εκμεταλλευτήκαμε τον αέρα και νιώσαμε τα πρόσωπά μας να παγώνουν σε μια έκφραση χαμόγελου. Καθίσαμε σ' ένα πεζούλι ( ή ήταν το τέλος της ασφάλτου, δεν θυμάμαι) γιατί σπάνια συναντάς χαραγμένα παγκάκια στις παραλίες. Όσα στήθηκαν, φαγώθηκαν απ' την αλμύρα και τα μακρινά όνειρα ανθρώπων που φοβήθηκαν τα πλοία.

Το πρωινό αυτό δεν θυμάμαι αν ήταν συννεφιασμένο ή ηλιόλουστο. Το κρύο, που είχε παγώσει τις εκφράσεις μας το έκανε σίγουρα χειμωνιάτικο.

-Ήρθαμε στη θάλασσα και συ κοιτάς τον ουρανό; είπες.
-Δεν ενώνονται; απάντησα.

Θυμάμαι τις γραμμές που άφηναν πίσω τους τα αεροπλάνα και ζήλευα την σιγουριά της γραμμής τους που φώναζε ''εκεί θα πάω''!

Εσύ συνέχιζες να κοιτάς τα πλοία που αχνοφαίνονταν στην μπλε γραμμή της θάλασσας.

-Αν δεν είσαι σε λιμάνι, αναρωτιέσαι που πάνε τα πλοία; σκέφτηκα και θύμωσα που μπόρεσες να με τραβήξεις απ' την θέαση τ' ουρανού. Ήρθα για λίγο στη θάλασσα μαζί σου. Μα δεν μπόρεσα να καταλάβω τι χάζευες στα πλοία. Το μόνο που ζήλεψα είναι η διάρκεια που σου χαρίζουν να τα κοιτάς. Τ' αεροπλάνα εξαφανίζονται γρήγορα. Στα πλοία κουβαλάς πράγματα της ζωής που είχες πριν ταξιδέψεις. Στο αεροπλάνο παίρνεις ότι μπορεί να κρατηθεί απ' το τώρα.

Ενώ κάνω αυτές τις σκέψεις που ντρέπομαι να σου πω, βάζεις το χέρι σου πάνω στο πόδι μου μ' ένα άγγιγμα απ' αυτά που σου λένε: ''Θυμάσαι; κάποτε υπήρξαμε ερωτευμένοι.''

Σιωπηλοί, εκεί στην άκρη της ασφάλτου (ή πάνω στο πεζούλι, δεν θυμάμαι) κοίταζα ευθεία τον ορίζοντα ενώ τα μάτια μας ταξίδευαν εμπρός και παράλληλα. Το χέρι σου έκανε τις γραμμές μας να τέμνονται...

Ξύπνησα μέσα στα σκεπάσματα μόνη να ψάχνω τα γυαλιά μου. Ο ήλιος ευτυχώς χτυπούσε το παράθυρο και έτσι τα βρήκα με ευκολία. Όταν βλέπεις ένα όνειρο, η αίσθηση που σου αφήνει δεν αποτυπώνεται στο αγουροξυπνημένο πρόσωπό σου. Είχα καιρό να σ' ονειρευτώ και σκέφτηκα πως έτσι συμβαίνει όταν σταματάς να φοβάσαι την απουσία κάποιου. Απουσιάζεις και σε φέρνω μπροστά μου όπως ακριβώς υπάρχεις μέσα μου. Παραιτήθηκα απ' τις αισθήσεις και την έλλειψη σου. Κι έτσι αποφάσισες και συ σιγά σιγά να έρχεσαι.

Κυριακή πρωί. Αρπάζω ένα βιβλίο του Πεσσόα περί ανησυχίας, φοράω το ζεστό μου παλτό και κάθομαι σ' ένα καφέ. Κάθομαι ακριβώς απέναντι απ' το μέρος που σε είδα πρώτη φορά να περνάς, πριν ακόμα κάνουμε τις γραμμές μας να τέμνονται.

Ο σερβιτόρος μου λέει καλημέρα και με ρωτά τι θα πάρω.

Θα θελα ξανά εκείνη την αίσθηση που υπήρχες χωρίς να σε γνωρίζω, που περπατούσες και σκόνταφτες πάνω μου δίχως το άγγιγμά σου να μαρτυρά πως κάποτε υπήρξαμε ερωτευμένοι.


Οι μεγάλες σε διάρκεια μέρες, μιλούν για μικρές ιστορίες. Για ιστορίες που δεν πρόφτασαν κι έτσι παλεύουν τις νύχτες να μπουν σε κάποιο όνειρο.