Πέμπτη, 8 Δεκεμβρίου 2016

Κύκλοι




Νυσταγμένα όνειρα ξεδιπλώνονται μέσα σε λίμνες από άνθη πορτοκαλιών. Οι καρποί των δέντρων, βαθύ πορτοκαλί, πνίγονται στους ίδιους τους χυμούς τους.
Η φύση όλη γύρω μας, σ' ένα αβάσταχτο οργασμό. Την ύψιστη στιγμή της κορύφωσης και ο χειμώνας έφτασε.

Θα δούμε τον θάνατο να σκορπά τα χρώματα της νεκρής φύσης, θα δούμε τον αέρα να λυσσομανά πάνω σε γυμνά κλαδιά δέντρων. Η αντίσταση στο θάνατο είναι η ψευδαίσθηση πως όλα κρατούν για πάντα. Γι αυτό και τα φύλλα δεν αντιστάθηκαν και έπεσαν - ταξίδεψαν-.

Τα στάχυα λύγισαν και χόρεψαν αυτό που όρισε ο εξοργισμένος άνεμος.

Απύθμενος οργασμός φύσης στο παράθυρο μας. Συντονισμός του κορμιού μου. Χορεύω μαζί σου, χορεύω την οργή και το τελειώμα σου. Το ρίγος και την έξαψη σου.
Λυγίζω το κορμί μου στη λύσσα σου...

Οι 4 εποχές κρατούν τη φύση στο για πάντα.

Παρασκευή, 22 Ιουλίου 2016

Στίχοι στην αυλή



Φυτεμένο δεντρολίβανο
ζωής σημάδι στο κατώφλι σου.

Δρόσισε ήλιος στη σκιά του παντζουριού σου.

Ζωή, ζωή, φωνάζουν τα κυκλάμινα
με δροσοσταλίδες να φωτίζουν πάνω τους.

Πέρασα απ' το σπίτι σου
κι όλα με καλοδέχτηκαν.

-Η απουσία σου φώναζε: Μείνε!-

Έμεινα
να σου γράφω στίχους και επιστολές,
να σου χαρίζω μελαγχολίες με ολόγιομα φεγγάρια.

Όταν θα 'ρθεις,
θα δεις στα μάτια μου ζωντανά ηλιοβασιλέματα,
την χαρά των παιδιών στις πλατείες
την ομορφιά των αγριολούλουδών.

Θα δεις εμένα.

Πέρασα σήμερα απ' το σπίτι σου.

Όλη η ζωή μπροστά μου
μέχρι να φανείς.


Παρασκευή, 15 Ιουλίου 2016

Νύχτες πρόβας




Δυο τρία πεταμένα βιβλία στο γραφείο, τα σεντόνια ανακατεμένα από ανήσυχο ύπνο, τα πιάτα πλυμένα, τα παντζούρια κλειστά.
Με καλωσόρισα και άφησα τις βαλίτσες να πέσουν απ' τα χέρια μου.. Έτρεξα να ανοίξω τα παντζούρια, είχε ήδη νυχτώσει μα το αεράκι ήταν καταπραϋντικό. Ένα μπανάκι θα με χαλαρώσει, είπα και έτρεξα στη ντουζιέρα. Ο θόρυβος του νερού που τρέχει, η κουρτίνα της μπαλκονόπορτας που χτύπαγε πάνω στο αλουμίνιο πρόσφεραν τόση φασαρία όση χρειαζόμουν για να ξεγελαστώ ότι φχαριστιέμαι τη βουβαμάρα των τοίχων.
Το δέρμα μου μυρίζει αφρόλουτρο και το απολαμβάνω. Δεν έχω την αντοχή να αδειάσω βαλίτσες και έτσι ανοίγω την τηλεόραση (έτσι κάτι να ακούγεται), ξαπλώνω στη μεριά μου και ξαφνικά από συνήθεια ή αυτοκαταστροφή πιάνω και μυρίζω το μαξιλάρι σου. Σαν να σταματά ο χρόνος -μόνο η μπουνιά που χτυπά το στομάχι προχωρά όλο και πιο μέσα ανελέητα - και ξεσπούν τα μάτια μου σε ποτάμια από δάκρυα. . . 
Θα έλεγα, πως αν ήσουν εδώ θα απορούσες που κλαίω με την μνήμη της όσφρησης. Μα δεν είσαι, και αυτό είναι το πιο σωστό. Γιατί είναι κάτι στιγμές, ολοδικές μας, ανούσιες και αφελείς για τους άλλους. Είναι στιγμές μοναδικές γιατί είναι μόνο(δικές) μας.
Ο ύπνος δεν άργησε να με πάρει. Ο ασταμάτητος πόνος και το μούδιασμα των χεριών (κυρίως του μυαλού) παρέλυσε τις αισθήσεις και βυθίστηκα σ'εναν ύπνο βαθύ με καμία προσδοκία για όνειρα. Το υποσυνείδητο δούλεψε σκληρά όλο το βράδυ και έτσι δεν θυμόμουν τίποτα απ' ότι ονειρεύτηκα.
Το επόμενο πρωί, τα βιβλία μπήκαν στη θέση τους, καθώς και τα ρούχα μου. Η καρδιά μου παρέμενε μισή μαζί μου, μισή μαζί σου. Γενικά κάποια πράγματα έμειναν εδώ και κάποια εκεί. Ένα μεταίχμιο μεταξύ του τώρα και της προσδοκίας προσδιόριζε τις μέρες που ακολούθησαν από εκείνο το βράδυ και μετά. 
Όταν όλα αλλάζουν, υπάρχει μια μικρή λεπτομέρεια, ένα ασήμαντο σημείο της ιστορίας που σε κρατά δεμένο με αυτό που είχες και αυτό που θες να κρατήσεις, ακόμη κι αν η ιστορία αλλάζει μορφή.
Αυτή η περιγραφή, αυτό το μικρό απόσπασμα, είναι μια μόνο σελίδα μιας ιστορίας που ξέρουμε την αρχή της, το παρόν της και προσδοκώ το μέλλον της σε οποιαδήποτε μορφή της. . .

To be continued. . .

Τετάρτη, 8 Ιουνίου 2016

The little prince is getting older






Μικρέ μου πρίγκιπα,

Κι  αν το πιο σημαντικό το αφήνουμε για το τέλος, εγώ θα στο πω απ’ την αρχή.

Γυρίζω σε μένα, σημαίνει σ’ αφήνω για να σε ξαναβρώ.

Δεν είδα κανέναν άνθρωπο να μεγαλώνει με τον εύκολο τρόπο αλλά δεν είδα και κανένα μεγάλο να μένει παιδί το ίδιο εύκολα. Αντιστέκομαι όσο μπορώ και πιστεύω ξανά στα παραμύθια, στις ευχές και τα θαύματα. Γιατί μόνο έτσι μπορώ να ελπίζω πως είμαι ικανή να κάνω τα πάντα, να μου συμβούν τα πάντα.

Έτσι μπόρεσα και είδα το πιο ωραίο ηλιοβασίλεμα και το πιο γεμάτο φεγγάρι μέσα σε μια μέρα. Ήθελα να τα κοιτάξω και τα είδα ολοζώντανα μπροστά μου. Δεν χρειάστηκε κανείς να μου τα δείξει, ήμουν έτοιμη και περίμενα καρτερικά να τα δω. Πίστη. Τα χρώματα, ο ουρανός, η μέρα και η νύχτα στους πιο ζωντανούς χρωματισμούς τους. Ήσουν εκεί, ένα βράδυ του Αυγούστου, τα είδες με τα μάτια σου. Με πιστεύεις.

Δεν είναι η αφέλεια που σε κάνει να κοιτάς τα πράγματα σαν να ναι πρώτη φορά, είναι η αθωότητα. Είναι αυτό που προσπαθείς να βρεις μέσα σου και ύστερα στους άλλους. Γιατί κάτω απ’ το κέλυφος βρίσκεται κάτι που δεν το βλέπεις χωρίς καρδιά μικρέ μου Πρίγκιπα. Είναι η αθωότητα που σε κάνει να θες να δεις το πιο μέσα των ανθρώπων, την αλήθεια τους, την σκληρή τους αλήθεια. Έχε υπομονή και κατανόηση.

Μεγαλώνω σημαίνει ταξιδεύω, εξημερώνομαι και δακρύζω πολύ… Κι όταν τα πράγματα δυσκολεύουν,  κι εγώ ασχημαίνω πιστεύοντας  πως πέρα από μένα δεν πόνεσε κανείς για να χρειάζεται τείχη σαν τα δικά μου, φροντίζω να μην ξεχνώ. Δεν πειράζει να μεγαλώνεις, πειράζει να ξεχνάς πως κάποτε ήσουν παιδί.

Γυρίζω σε μένα λοιπόν, σ’ αφήνω. Και στέκομαι μόνη να έχω μια αγκαλιά, την δική μου. Μεγαλώνω μέσα από την σιωπή. Και σε κουβαλάω μέσα μου μέχρι να είμαι έτοιμη να με δεις όπως ακριβώς είμαι. Μέχρι να είμαι έτοιμη να με δω όπως είμαι.

Κι αυτό είναι το πιο μεγάλο ταξίδι για να σε βρω. Η μεγαλύτερη διαδρομή που κάνει το ρήμα ΄΄Σ’ αγαπώ΄΄. Από έξω προς τα μέσα, μια κυκλική πορεία προς την καρδιά. Μα αν βρεθείς εκεί θα μάθεις το άπειρο και το πάντα.

Και πριν κλείσω, θα μιλήσω σαν μεγάλη και θα πιστέψω σαν παιδί.

Είπα: ΄΄Μην δίνεις ποτέ κάτι που δεν έχεις περίσσευμα.΄΄

Επαναπροσδιορίζω: ΄΄Δώσε απ’ αυτό που έχεις έλλειψη, θα γυρίσει πίσω διπλάσιο.΄΄

  
                                                                                                          Για χίλιους λόγους,
                                                                               Το τριαντάφυλλο

Παρασκευή, 5 Φεβρουαρίου 2016

Σαν τις πληγές όλου του κόσμου


Καιρό τώρα ήθελα να γράψω για το κορίτσι που μένει απέναντί μου. Μετακόμισε ακριβώς απέναντι αλλά εγώ μπορώ να την βλέπω μόνο από το παράθυρο του μπαλκονιού της. Δεν έχω χρόνο και ούτε βρίσκομαι συχνά στο σπίτι για να μπορώ να την παρατηρώ αλλά όταν το κάνω, δείχνω μεγάλη προσήλωση.

Το πρωί σηκώνεται μες στις πιτζάμες της και μοιάζει να νιώθει πως την τράβηξες από την μεγαλύτερη ασφάλεια της, το κρεβάτι της. Βαριά και με το κεφάλι κάτω, σπάνια θα πάρει πρωινό μα όταν δω πως βάφει τα μάτια της, σημαίνει  πως είναι ένα πρωινό με πίστη. Και μιλάω γιαυτή την πίστη που κοιτάς τον καθρέφτη και λες: ‘’Θα τα καταφέρω και σήμερα.’’

Ένα σωρό βιβλία σε ράφια, βιβλιοθήκη, τραπεζάκια και στην τσάντα της. Μα οι στίχοι αγνοήθηκαν και οι ιστορίες για κάποιο λόγο, φοβούνται να της μιλήσουν.

Τα μαλλιά της, τα μάτια της, το σώμα της όλο αναβλύζουν ένα άρωμα θάλασσας από τα καλοκαίρια εκείνα κάτω από τον ήλιο, με μια ηρεμία και μια παραδοχή πως μπορεί και να μας  αγαπάμε.

Κάποιες μέρες ο καφές μου αχνίζει, το παράθυρο μου θολώνει απ’ την ανάσα μου και θέλω να της φωνάξω πόσο λατρεύω τα κυκλάμινα που έχει στο μπαλκόνι της. Ξεχάστηκε και δεν κατάλαβε πως η φροντίδα που κάποτε έδειξε καρποφόρησε. Για κάποιες μέρες αφού φύτεψε τους σπόρους, έβγαινε κάθε μέρα στο μπαλκόνι της να δει αν βγήκε το πρώτο κλωναράκι.  Το έκανε μέρες με τόσο ζήλο και επιμονή. Μετά κουράστηκε. Και τώρα δεν βλέπει πια πως τα κατακόκκινα κυκλάμινά της ζεσταίνουν το μπαλκόνι της μα και το παράθυρό  μου. Αγνοεί μια ομορφιά που αυτή φύτεψε μα δεν άντεξε να αντικρίσει.

Σα μετέωρο στάχυ, σε χωράφι που το καίει ο ήλιος, ταράζεται απ’ το καυτό καλοκαιρινό αεράκι. Κορίτσι μελαγχολικό με το πιο μεγάλο χαμόγελο αντικρίζει τον ήλιο μα δεν ξέρει πως αυτό είναι δύναμη.

Είναι μέρες που την βλέπω μέσα στα φορέματά της και τα ψηλά της τακούνια να γλυκαίνει των ανδρών τα βλέμματα μοιάζοντας σε μια γυναίκα που αγαπήθηκε πολύ. Και φωτίζουν ταστέρια πιο πολύ και το φεγγάρι δεν χρειάζεται να είναι γεμάτο για να φιληθούν με την αίσθηση του πάντα οι ερωτευμένοι.

Μέρες, μήνες σε κοιτάζω κοριτσάκι, και προσπαθώ να δω που κρύβεις την πληγή αυτή που σε κάνει να κλείνεις την κουρτίνα και να σε χάνω. Μέρες, μήνες θα επιμένω να δω ποια πληγή νομίζεις ότι είναι μεγαλύτερη απ’ την δική μου ή απ΄ την πληγή του κόσμου όλου.

Δεν υπάρχει τρόπος να σε πείσω για την παρέα σου, την ζεστασιά και την αγάπη που δείχνεις. Για την αγάπη που πήρες και αμφέβαλλες. Για τις στιγμές που ήρθαν και προσπέρασες. Δεν υπάρχει τρόπος όσο κοιτάζεις τον καθρέφτη και βλέπεις το ίδιο άνθρωπο. Καμιά αγκαλιά δεν είναι σαν εκείνη που δεν ήρθε. Καμιά αγκαλιά δεν είναι σαν αυτή που πραγματικά σε κράτησε.

Κοριτσάκι, ώρα τώρα μιλάμε για σένα και συ συνεχίζεις να σαγνοείς. Χρόνια τώρα μεγαλώνεις και συ κοιτάς το χτύπημα από τότε που έπεσες με το ποδήλατο.

Αλλά εγώ, όταν θα με ρωτάνε πως με φαντάζομαι όταν μεγαλώσω, θα απαντάω σαν εκείνο το κορίτσι που μένει απέναντί μου αλλά με ανοιχτές κουρτίνες και περήφανη για τα σημάδια της. Όχι για να γίνω καλύτερη αλλά για να γίνω εσύ  όπως σε βλέπεις τα βράδια στα όνειρά σου.