Τρίτη, 21 Μαρτίου 2017

Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης




Φαντάζομαι πως αυτές οι μέρες, οι παγκόσμιες, στοχεύουν στην επαγρύπνηση, στην ενημέρωση, στην υπενθύμιση.
Παρόλα αυτά, η ποίηση νομίζω, δεν χρειάζεται συγκεκριμένη μέρα εορτασμού ή αναφοράς.
Η ποίηση, για μένα, είναι στάση ζωής. Πως παρατηρείς τα πράγματα, τι ταράζει τις αισθήσεις σου, πως θες να γίνουν λέξεις κάποιες εικόνες που σε πνίγουν με την ομορφιά τους. 

Σε μένα η ποίηση ήρθε ή μου την πρόσφεραν, δεν ξέρω.

Μαθήτρια λυκείου με μια τάση πάντα προς τα φιλολογικά μαθήματα, είναι η αλήθεια. Η καθηγήτρια μας τότε, η κ. Χρυσούλα Σπυρέλη, μπαίνει στην τάξη κρατώντας στα χέρια της ένα κασετόφωνο. Μας λέει, πάρτε το αγαπημένο σας στυλό, ένα καθαρό άσπρο χαρτί και γράψτε κάτι. Μια μουσική να παίζει από πίσω και η πιο απελευθερωτική στιγμή σε όλη τη διάρκεια των μαθητικών μου χρόνων. 

Έγραψα κάτι, ούτε που θυμάμαι τι... Αλλά ένιωσα πως αν υπάρχει λυτρωμός, αν υπάρχει φως και ομορφιά, λύπη και έκσταση το παιχνίδι των λέξεων ήταν εκεί. Η δύναμη της λέξης, της τελείας ή της άνω τελείας σαν μια μικρή ανάσα στη σκέψη. Η λέξη, η ίδια η λέξη και η δύναμή της. Η απουσία εικόνας αλλά η αίσθηση πως κάποιος ένιωσε ότι κι εσύ για μια στιγμή, η ταύτιση με ένα στίχο.

Ποίηση.

Η απόδοση ή η δημιουργία μιας φανταστικής εικόνας. Το συναίσθημα που αποδίδεται με λέξεις. Λέξεις απλές που αν τις διαλέξεις σωστά και με κόπο, αν τις βάλεις στη σωστή σειρά και τους δώσεις ένα ρυθμό, ποιείς. . δημιουργείς και κάποιος κοιμάται με το στίχο σου για ένα λεπτό ή για μια ζωή.

Δεν έχω αγαπημένο ποίημα, γιατί θα ήταν σαν να λέω πως έχω αγαπημένη εικόνα, συναίσθημα, σκέψη... Υπήρξαν πολλοί στίχοι ή ολόκληρα ποιήματα που με απελευθέρωσαν με την σκέψη πως κάποιος το έγραψε τόσο καλά που είναι σαν να το ζήσαμε μαζί, σαν να το νιώσαμε μαζί.

Αν η ποίηση σε βρει, έχεις κεραίες ανοιχτές, βλέπεις περισσότερα χρώματα, μυρίζεις πιο έντονα, κλαις πιο εύκολα, ταξιδεύεις με κύματα απ' τη στεριά, φωτίζεις τα μάτια σου με αστέρια. Λυρισμός και σκληρή απόδοση των πιο βίαιων συναισθημάτων. Η ποίηση δεν γράφεται εύκολα μα ούτε εύκολα σε καταδέχεται. Χρειάζεται να αφεθείς για να την νιώσεις και όχι για να την καταλάβεις. Παίρνεις τις λέξεις κάποιου και τις κάνεις δικές σου. 

Δεν ήταν ποτέ στόχος η απόλυτη κατανόηση του ποιητή. Γράφει για αυτόν, γράφει μέσα από αυτόν και εύχεται να συναντηθείτε . . . μπορεί και όχι.

Μα πάνω απ' όλα η ποίηση είναι θέμα προσωπικό.



ΕΠΙΛΟΓΟΣ:

Σκεπάστηκα με πέπλα εφτά, μόνον εφτά
εφτά φορές για να με κυνηγήσεις
εφτά φορές, εφτά φορές να μου τα βγάλεις
εφτά φορές, εφτά φορές να με ξεντύσεις.

Μύρωσα το κορμί μου με αρώματα εφτά
εφτά φορές, εφτά φορές να με μυρίσεις.
Σου είπα ψέματα εφτά, μόνον εφτά
εφτά φορές για να με αφανίσεις.


(Ιβάν Γκόλ - Μαλαισιακά Τραγούδια)

Παρασκευή, 10 Μαρτίου 2017

Rehab





Το πιο δύσκολο παιχνίδι παίχτηκε μέσα σ' ένα μπαρ κι ήταν ακόμα απόγευμα. 
Υποσχέθηκα στον εαυτό μου ότι αυτή τη φορά θα μπορούσα. Κρατήθηκα μακριά από ερεθίσματα και αναμνήσεις. Γι' αυτό και βρέθηκα σ' αυτό το μπαρ που δεν θύμιζε τίποτα απ' όλα τα υπόλοιπα.

Ο κόσμος κάθονταν σε τραπέζια. Η μπάρα του έμοιαζε με καλογυαλισμένο δρόμο από βροχή με μια απότομη στροφή. Έκατσα στο τέλος του δρόμου, ακούμπησα το κεφάλι μου στον τοίχο και παρήγγειλα κάτι αδιάφορο σε γεύση και ποιότητας μεθυσιού. 
-Μπύρα. Ο,τι έχετε, είπα
και ήδη ένιωθα την περιφρόνηση του μπάρμαν που ίσως περίμενε να παραγγείλω κάποιο περίεργο κοκτέιλ ή έστω ένα ποτό που θα πρόδιδε την μοναδικότητα μου ζητώντας συγκεκριμένο αριθμό πάγου.
Ένα ψηλό ποτήρι μπύρας στέκεται εμπρός μου με λίγα πατατάκια να γυαλίζουν πάνω στο ποτήρι. Απέφυγα οποιαδήποτε διάθεση κουβέντας, από έναν τύπο που στέκονταν δίπλα μου, ρουφώντας την μπύρα με την αίσθηση πως βιάζομαι να φύγω. Ίσως και να μην ήθελε κουβέντα, αλλά εκείνον τον αναπτήρα που έπαιζα στα χέρια μου απ' την ώρα που έκατσα. Ούτε αυτό ήμουν διατεθειμένη να δώσω. Κάποια πράγματα είναι δικά μας, δεν μοιράζονται, δεν χαρίζονται μα δεν λένε οι άνθρωποι να καταλάβουν.
Φασαρία, έντονη βαβούρα που σκεπάζει τα γέλια. Βουητό ανθρώπων μέσα σε μια ομίχλη καπνού. Θέλω ν' ακούσω τον ήχο του αναπτήρα καθώς τον ανάβω. Μόνο τη φλόγα βλέπω και με φωτίζω για λίγα δευτερόλεπτα.
Η μπύρα έχει σχεδόν τελειώσει, όπως τελειώνουν όλα τα αδιάφορα πράγματα. Παραγγέλνω άλλη μια και τώρα είμαι σχεδόν σίγουρη πως ο τύπος χρειάζεται τον αναπτήρα μου. Κάνω πως δεν καταλαβαίνω, αν και αλήθεια δεν καταλαβαίνω πόσο δύσκολο είναι να σκύψει πάνω μου με το τσιγάρο του και να του το ανάψω.
Ηλιθιότητες σε ένα μπαρ που η μουσική έχει την ίδια γεύση με την μπύρα τους' την καταλαβαίνεις στις παύσεις, στην αλλαγή του κομματιού, όπως μένει η γεύση καθώς έχεις καταπιεί και την τελευταία γουλιά.
Τελικά με πλησιάζει τη στιγμή που η φλόγα φωτίζει για λίγα δευτερόλεπτα το πρόσωπό μου.
-Δεν έχεις ξανάρθει εδώ είμαι σίγουρος, λέει και χαμογελά.
-Όχι, απαντώ.
-Δεν έχεις ξανάρθει γιατί τότε θα ήξερες πως χρόνια τώρα αυτή είναι η θέση μου. Πήγα μέχρι την τουαλέτα και σε βρήκα να κάθεσαι. Δεν ήθελα να σε ενοχλήσω γιατί έβλεπα να απολαμβάνεις τη μπύρα σου. . .
Χαμογελάω και λέω:
-Σου δίνω την θέση. Μπορώ να σταθώ όρθια μέχρι να αποφασίσω να φύγω.
-Θα φύγεις άμεσα;
-Γιατί βιάζεσαι να κάτσεις;
-Όχι, βιάζομαι να καταλάβω πως μια κοπέλα με τέτοια κόκκινα χείλη καταδέχεται να αφήνει το κραγιόν της πάνω στο ποτήρι μιας φθηνής μπύρας.
-Είναι το λιγότερο, απαντώ.
-Και τι είναι το περισσότερο, ρωτά και είμαι σίγουρη πως κάτι έξυπνο περιμένει να ακούσει.
-Ήρθα να δω πως είναι να μου λείπει το τσιγάρο ενώ δεν καπνίζω.
-Μα έχει τόσο καπνό εδώ μέσα!, ξεσπά σε γέλια.
-Και τόση αγάπη εκεί έξω,απαντώ...