Παρασκευή, 10 Μαρτίου 2017

Rehab





Το πιο δύσκολο παιχνίδι παίχτηκε μέσα σ' ένα μπαρ κι ήταν ακόμα απόγευμα. 
Υποσχέθηκα στον εαυτό μου ότι αυτή τη φορά θα μπορούσα. Κρατήθηκα μακριά από ερεθίσματα και αναμνήσεις. Γι' αυτό και βρέθηκα σ' αυτό το μπαρ που δεν θύμιζε τίποτα απ' όλα τα υπόλοιπα.

Ο κόσμος κάθονταν σε τραπέζια. Η μπάρα του έμοιαζε με καλογυαλισμένο δρόμο από βροχή με μια απότομη στροφή. Έκατσα στο τέλος του δρόμου, ακούμπησα το κεφάλι μου στον τοίχο και παρήγγειλα κάτι αδιάφορο σε γεύση και ποιότητας μεθυσιού. 
-Μπύρα. Ο,τι έχετε, είπα
και ήδη ένιωθα την περιφρόνηση του μπάρμαν που ίσως περίμενε να παραγγείλω κάποιο περίεργο κοκτέιλ ή έστω ένα ποτό που θα πρόδιδε την μοναδικότητα μου ζητώντας συγκεκριμένο αριθμό πάγου.
Ένα ψηλό ποτήρι μπύρας στέκεται εμπρός μου με λίγα πατατάκια να γυαλίζουν πάνω στο ποτήρι. Απέφυγα οποιαδήποτε διάθεση κουβέντας, από έναν τύπο που στέκονταν δίπλα μου, ρουφώντας την μπύρα με την αίσθηση πως βιάζομαι να φύγω. Ίσως και να μην ήθελε κουβέντα, αλλά εκείνον τον αναπτήρα που έπαιζα στα χέρια μου απ' την ώρα που έκατσα. Ούτε αυτό ήμουν διατεθειμένη να δώσω. Κάποια πράγματα είναι δικά μας, δεν μοιράζονται, δεν χαρίζονται μα δεν λένε οι άνθρωποι να καταλάβουν.
Φασαρία, έντονη βαβούρα που σκεπάζει τα γέλια. Βουητό ανθρώπων μέσα σε μια ομίχλη καπνού. Θέλω ν' ακούσω τον ήχο του αναπτήρα καθώς τον ανάβω. Μόνο τη φλόγα βλέπω και με φωτίζω για λίγα δευτερόλεπτα.
Η μπύρα έχει σχεδόν τελειώσει, όπως τελειώνουν όλα τα αδιάφορα πράγματα. Παραγγέλνω άλλη μια και τώρα είμαι σχεδόν σίγουρη πως ο τύπος χρειάζεται τον αναπτήρα μου. Κάνω πως δεν καταλαβαίνω, αν και αλήθεια δεν καταλαβαίνω πόσο δύσκολο είναι να σκύψει πάνω μου με το τσιγάρο του και να του το ανάψω.
Ηλιθιότητες σε ένα μπαρ που η μουσική έχει την ίδια γεύση με την μπύρα τους' την καταλαβαίνεις στις παύσεις, στην αλλαγή του κομματιού, όπως μένει η γεύση καθώς έχεις καταπιεί και την τελευταία γουλιά.
Τελικά με πλησιάζει τη στιγμή που η φλόγα φωτίζει για λίγα δευτερόλεπτα το πρόσωπό μου.
-Δεν έχεις ξανάρθει εδώ είμαι σίγουρος, λέει και χαμογελά.
-Όχι, απαντώ.
-Δεν έχεις ξανάρθει γιατί τότε θα ήξερες πως χρόνια τώρα αυτή είναι η θέση μου. Πήγα μέχρι την τουαλέτα και σε βρήκα να κάθεσαι. Δεν ήθελα να σε ενοχλήσω γιατί έβλεπα να απολαμβάνεις τη μπύρα σου. . .
Χαμογελάω και λέω:
-Σου δίνω την θέση. Μπορώ να σταθώ όρθια μέχρι να αποφασίσω να φύγω.
-Θα φύγεις άμεσα;
-Γιατί βιάζεσαι να κάτσεις;
-Όχι, βιάζομαι να καταλάβω πως μια κοπέλα με τέτοια κόκκινα χείλη καταδέχεται να αφήνει το κραγιόν της πάνω στο ποτήρι μιας φθηνής μπύρας.
-Είναι το λιγότερο, απαντώ.
-Και τι είναι το περισσότερο, ρωτά και είμαι σίγουρη πως κάτι έξυπνο περιμένει να ακούσει.
-Ήρθα να δω πως είναι να μου λείπει το τσιγάρο ενώ δεν καπνίζω.
-Μα έχει τόσο καπνό εδώ μέσα!, ξεσπά σε γέλια.
-Και τόση αγάπη εκεί έξω,απαντώ...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου